Από την Επιστημονική Ομάδα του Ινστιτούτου Έρευνας και Μελέτης Θουκυδίδης
1. Εισαγωγή
Η ιστορική πορεία της Ελλάδας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο συνίσταται κατά κύριο λόγο στην επιδίωξή της να ενταχθεί κατά τρόπο οριστικό στο πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό οικοδόμημα της Δύσης. Η πορεία ενσωμάτωσης της Ελλάδας στη Δύση υπήρξε μία από τις βαθύτερες και μακροβιότερες διεργασίες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Πρόκειται για μια εξελικτική διαδικασία που συνεχίζεται και στις μέρες μας.
Από τα μεταπολεμικά χρόνια έως σήμερα, η Ελλάδα ακολούθησε μια πορεία που συνδύασε την ανάγκη ασφάλειας με την επιδίωξη ανάπτυξης και θεσμικής σταθερότητας. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία ούτε επιβλήθηκε από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά αποτέλεσε συνειδητή στρατηγική επιλογή μιας χώρας που αναζητούσε σταθερότητα μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών μεταβολών.
Μετά τον πόλεμο και τον Εμφύλιο, η Ελλάδα αναζήτησε μια νέα ταυτότητα, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα προβλήματα ασφάλειας από τον Βορρά, εσωτερική αστάθεια και οικονομική στασιμότητα. Το δυτικό οικοδόμημα, με τα πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά του θεμέλια, προσέφερε στην Ελλάδα τον χώρο όπου θα μπορούσε να ανασυνταχθεί, να προοδεύσει και να αναπτυχθεί.
Η ενσωμάτωση της Ελλάδας στη Δύση δεν υπήρξε γραμμική πορεία. Αποτέλεσε αποτέλεσμα διαρκών πολιτικών ζυμώσεων, εσωτερικών αντιφάσεων και εξωτερικών επιρροών. Κάθε στάδιο αυτής της πορείας συνοδεύτηκε από κρίσιμες επιλογές, όπως η σύνδεση με την ΕΟΚ, η απομόνωση της δικτατορίας, η μεταπολιτευτική ανασυγκρότηση και τέλος, η συμμετοχή στη νομισματική ενοποίηση. Η διαδικασία αυτή, άλλοτε σταθερή και άλλοτε τραυματική, ανέδειξε τη διττή φύση του ελληνικού κράτους: ευρωπαϊκό στην ταυτότητα, αλλά με μια γεωπολιτική θέση-γέφυρα μεταξύ των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής — πάντοτε σε διαρκή προσπάθεια να γεφυρώσει το παρελθόν με το μέλλον.
2. Μεταπολεμική Ευρώπη και η Ελλάδα
Η Μεταπολεμική Περίοδος βρήκε τις χώρες της Ευρώπης σε φάση ανοικοδόμησης και πολιτικής ανασύνταξης. Η ήπειρος ήταν κατεστραμμένη, οικονομικά αποδυναμωμένη και γεωπολιτικά διχασμένη σε δύο στρατόπεδα: το δυτικό στρατόπεδο υπό την επιρροή των Η.Π.Α. και το ανατολικό στρατόπεδο υπό την επιρροή της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Το Σχέδιο Μάρσαλ αποτέλεσε το εργαλείο με το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωξαν να ανασυγκροτήσουν τη Δυτική Ευρώπη και να ανακόψουν τη σοβιετική διείσδυση. Την περίοδο εκείνη άρχιζε να κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος μεταξύ των ηγετών της Δυτικής Ευρώπης η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα το 1951, και αργότερα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το 1957 με τη Συνθήκη της Ρώμης, αποτέλεσαν τα πρώτα βήματα μιας νέας εποχής συνεργασίας στην Ευρώπη. Οι προσπάθειες αυτές ευρωπαϊκής συνεργασίας έτυχαν της υποστήριξης και χρηματοδότησης των Η.Π.Α.
Η Ελλάδα εντάχθηκε στο δυτικό στρατόπεδο ως χώρα στρατηγικής σημασίας, με σαφή δυτικό προσανατολισμό. Αποτυπώνοντας την κατάσταση της Ελλάδας μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου που ακολούθησε, διαπιστώνεται ότι επρόκειτο για μια χώρα που είχε υποστεί τεράστιες απώλειες, με μια κατά βάση αγροτική οικονομία σε στασιμότητα και με έντονη πολιτική αστάθεια. Σε επίπεδο ασφάλειας – και μέχρι την εμφάνιση της τουρκικής απειλής από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και εξής – τα κύρια ζητήματα ασφαλείας προέρχονταν από τον Βορρά. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Ελλάδα αποτέλεσε τη μοναδική χώρα της Βαλκανικής Χερσονήσου που είχε ενταχθεί στο δυτικό στρατόπεδο.
Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις της Ελλάδας αναζήτησαν ένα περιβάλλον σταθερότητας τόσο ως προς τα ζητήματα ασφάλειας όσο και ως προς τα ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής. Το περιβάλλον αυτό μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την ενσωμάτωση της χώρας στους θεσμούς του Δυτικού Συστήματος, το οποίο προσέφερε τα αναγκαία στρατιωτικά, πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά θεμέλια για την ανάπτυξη και ανασυγκρότηση της χώρας, καθώς και για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ασφαλείας.
Συνεπώς, η στρατηγική επιλογή ενσωμάτωσης της Ελλάδας στη Δύση αποτέλεσε συνειδητή επιλογή, η οποία εμπεριείχε και στοιχεία μονόδρομου. Η μεταπολεμική βοήθεια που δέχθηκε η Ελλάδα δεν κάλυψε μόνο τις ανάγκες ανοικοδόμησης, αλλά και τη δημιουργία ενός πολιτικού συστήματος που θα εξασφάλιζε την επιβίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η αμερικανική στήριξη υπήρξε καθοριστική, ενώ το ελληνικό κράτος προσπάθησε να εκσυγχρονιστεί θεσμικά, να σταθεροποιήσει το νόμισμα, να ανασυγκροτήσει τη δημόσια διοίκηση και να θέσει τις βάσεις μιας βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο, η κοινωνία παρέμενε βαθιά διχασμένη συνεπεία του Εμφυλίου Πολέμου.
3.Η Ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ,
Το πρώτο σημαντικό βήμα στην πορεία ενσωμάτωσης της Ελλάδας στη Δύση αποτέλεσε η ένταξη της χώρας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) το 1952. Η επιλογή αυτή εδραζόταν στην ανάγκη επίτευξης αμυντικής ασφάλειας και πολιτικής σταθερότητας. Εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, η συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ προσέφερε αφενός στρατιωτική προστασία και αφετέρου μια διεθνή πολιτική ταυτότητα ως αναγνωρισμένο μέλος της δυτικής συμμαχίας.
Η γεωπολιτική θέση της χώρας ως γέφυρα ανάμεσα στη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο της προσέδωσε ιδιαίτερη αξία κατά τη συμμετοχή της στον εν λόγω διεθνή οργανισμό. Η αξία αυτή παραμένει αναλλοίωτη μέχρι σήμερα. Η συνεργασία με τις Η.Π.Α. ενισχύθηκε μέσω στρατιωτικών βάσεων, κοινών σχεδίων αμυντικής πολιτικής και τεχνολογικής στήριξης.
Με την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, η Ελλάδα έγινε αποδέκτης σημαντικής ενίσχυσης σε στρατιωτικό εξοπλισμό αλλά και σε επίπεδο οργάνωσης και διοίκησης, γεγονός που μεταμόρφωσε τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σε μια αξιόμαχη και σύγχρονη δύναμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι προδιαγραφές του ΝΑΤΟ ως προς τη διοίκηση, τη δομή, την ποιότητα και τη διαχείριση υλικού αποτελούν έως σήμερα βασικό συστατικό στοιχείο της οργάνωσης των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ το 1952 έγινε αποδεκτή από τη συντριπτική πλειοψηφία του τότε πολιτικού κόσμου, με εξαίρεση τις αντιδράσεις της τότε ΕΔΑ.
4. Η Ενσωμάτωση της Ελλάδας στους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς.
4.1 Η Δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Ε.Ο.Κ.).
Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) το 1951 αποτέλεσε το πρώτο ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Με τη Συνθήκη της Ρώμης το 1957 δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για την Ευρώπη. Ο στόχος δημιουργίας της ΕΟΚ ήταν διπλός: η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική σταθερότητα. Οι Η.Π.Α. ενθάρρυναν και υποστήριξαν την ευρωπαϊκή ενοποίηση, θεωρώντας την ασπίδα απέναντι στον τότε σοβιετικό επεκτατισμό, ενώ τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης την είδαν ως ευκαιρία ειρήνης και ανάπτυξης μετά από δεκαετίες πολέμων.
Η ΕΟΚ σχεδιάστηκε εξ αρχής ως μια τελωνειακή ένωση χωρών της Δυτικής Ευρώπης με ελεύθερη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου και ανθρώπων. Παράλληλα, θεσπίστηκαν κοινές πολιτικές – αγροτική, εμπορική, κοινωνική – και δημιουργήθηκαν υπερεθνικοί θεσμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η Ευρώπη άρχισε να οικοδομεί όχι μόνο οικονομικούς δεσμούς, αλλά και μία κοινή πολιτική και αξιακή ταυτότητα.
Η Ελλάδα, παρακολουθώντας αυτές τις εξελίξεις, αντιλήφθηκε έγκαιρα αφενός ότι το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου περνούσε μέσα από τις δομές συνεργασίας και αφετέρου ότι η συμμετοχή της σε αυτές ήταν αναγκαία τόσο για λόγους ασφάλειας όσο και για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και των θεσμών της χώρας..
4.2 Το Δίλλημα ΕΖΕΣ ή Ε.Ο.Κ. ;
Την ίδια περίοδο με την ίδρυση της ΕΟΚ δημιουργήθηκε και η Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα ποιο δρόμο να ακολουθήσει και κατέληξε τελικά στη συμμετοχή της στην ΕΟΚ. Η επιλογή της ΕΟΚ δεν ήταν απλώς οικονομική· υπήρξε βαθύτατα πολιτική. Η ΕΟΚ πρόσφερε προοπτική οικονομικής ολοκλήρωσης και πολιτικής ενσωμάτωσης, ενώ η ΕΖΕΣ αποτελούσε ένα χαλαρότερο σχήμα χωρίς κοινές πολιτικές.
Για την ελληνική κυβέρνηση, η ΕΟΚ αντιπροσώπευε την καρδιά του δυτικού κόσμου, εκεί όπου η Ελλάδα επιθυμούσε στρατηγικά να ανήκει.
4.3 Η Συμφωνία Σύνδεσης Ελλάδος – Ε.Ο.Κ. του 1961.
Το 1959 η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή υπέβαλε επίσημο αίτημα σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ. Ακολούθησε ένας κύκλος δύσκολων διαπραγματεύσεων, με κύριο εμπόδιο τα ζητήματα των αγροτικών προϊόντων. Ωστόσο, η ισχυρή πολιτική βούληση τόσο της Ελλάδας όσο και των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της ΕΟΚ οδήγησε στη σύναψη της Συμφωνίας Σύνδεσης στις 9 Ιουλίου 1961, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1962.
Η Σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ είχε πολιτικούς και οικονομικούς σκοπούς.
Πολιτικά, στόχευε στην εδραίωση της δημοκρατίας, την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας και τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της απέναντι στις πιέσεις της Ανατολής.
Οικονομικά, η Ελλάδα επιδίωκε την εκβιομηχάνισή της, την πρόσβαση στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και την εισαγωγή τεχνολογίας.
Παράλληλα, η Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΟΚ αποτελούσε σημαντικό πλεονέκτημα για μια χώρα με έντονη αγροτική φυσιογνωμία. Η Συμφωνία Σύνδεσης προέβλεπε επίσης κοινοτική χρηματοδότηση ύψους 125 εκατομμυρίων δολαρίων υπό μορφή δανείων 25ετούς διάρκειας, για πέντε έτη, προς υποστήριξη της οικονομικής προσαρμογής.
Αξιολογώντας τη συμφωνία του 1961, διαπιστώνεται ότι αποτέλεσε προϊόν στρατηγικού οράματος. Τοποθέτησε την Ελλάδα στον πυρήνα των ευρωπαϊκών εξελίξεων και χάραξε τον δρόμο για την πλήρη ένταξη δύο δεκαετίες αργότερα. Ωστόσο, εισήγαγε τη χώρα σε μια απαιτητική πορεία διαρθρωτικών αλλαγών και οικονομικής προσαρμογής, ώστε η ελληνική οικονομία να καταστεί βιώσιμη και ανταγωνιστική στο νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Το πάγωμα της Συμφωνίας και η περίοδος της δικτατορίας.
Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα διέκοψε βίαια την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Η ΕΟΚ, που βασιζόταν σε αρχές δημοκρατίας και κράτους δικαίου, πάγωσε τη Συμφωνία Σύνδεσης και περιόρισε κάθε θεσμική επαφή με το καθεστώς που προέκυψε. Η περίοδος αυτή ανέκοψε την ομαλή εξέλιξη των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων και επιβράδυνε την πορεία εκσυγχρονισμού της Ελληνικής Οικονομίας προς την κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης.
Η μεταπολίτευση του 1974 και η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία σηματοδότησαν την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την αναζήτηση της πλήρους ένταξης στην ΕΟΚ. Ο ίδιος ο Καραμανλής διακήρυξε το 1976 στη Βουλή πως «ανήκομεν εις την Δύσιν», αποτυπώνοντας τη βούληση για οριστική αγκύρωση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χώρο.
4.4 Η Πλήρης Ένταξη της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ. το 1981.
Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η Ελλάδα επανέφερε το αίτημα πλήρους ένταξής της στην ΕΟΚ. Μετά από διαπραγματεύσεις, οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών ενέκριναν την ελληνική αίτηση. Το 1979 υπογράφηκε η Πράξη Προσχώρησης και η Ελλάδα έγινε το δέκατο μέλος της ΕΟΚ την 1η Ιανουαρίου 1981.
Η Πράξη Προσχώρησης προέβλεπε μεταβατική περίοδο 15 ετών, κατά την οποία η ελληνική οικονομία έπρεπε να εναρμονιστεί με τα δεδομένα της ΕΟΚ. Η πλήρης ένταξη σηματοδότησε την οριστική ενσωμάτωση της Ελλάδας στη Δύση.
Ωστόσο, παρά τη γεωπολιτική σημασία του γεγονότος, η ένταξη δεν συνοδεύτηκε από επαρκή προετοιμασία εκ μέρους της χώρας. Ούτε οι επιχειρηματικοί φορείς ούτε η τότε πολιτική ελίτ αντιλήφθηκαν πλήρως ότι η ένταξη δεν είχε μόνο γεωπολιτική αλλά και βαθύτατη οικονομική διάσταση, με κοσμογονικές αλλαγές για την ελληνική οικονομία. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η χώρα δεν προετοιμάστηκε επαρκώς, τόσο πριν την ένταξη όσο και κατά το μεταβατικό διάστημα μετά από αυτή.
Η ένταξη το 1981 υπήρξε ιστορικό ορόσημο. Η Ελλάδα απέκτησε ισότιμη συμμετοχή σε υπερεθνικό ευρωπαϊκό σύστημα, ενισχύοντας τη διεθνή θέση της και κατοχυρώνοντας τη δημοκρατική της σταθερότητα. Η δεκαετία του 1980 υπήρξε περίοδος προσαρμογής αλλά και μεγάλων ευκαιριών: μέσω των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων και των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, η χώρα απέκτησε σημαντικούς πόρους για υποδομές, αγροτική ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό της διοίκησης.
Ωστόσο, αναδείχθηκαν και παθογένειες όπως οι πελατειακές σχέσεις, η γραφειοκρατία και η κακοδιαχείριση. Η Ελλάδα αξιοποίησε τα ευρωπαϊκά κονδύλια, αλλά συχνά χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις. Παρ’ όλα αυτά, η ένταξη του 1981 υπήρξε καθοριστική για τη σταθεροποίηση του πολιτεύματος και την εδραίωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας της χώρας.
4.5 Από την Ε.Ο.Κ. στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ζώνη του Ευρώ.
Η δεκαετία του 1990 αποτέλεσε κομβική περίοδο για την εξέλιξη της Ευρώπης. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, η ΕΟΚ μετατράπηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση με τη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) και του κοινού νομίσματος, του ευρώ. Για την ένταξη στην ΟΝΕ τέθηκαν συγκεκριμένα κριτήρια σύγκλισης.
Η Ελλάδα εργάστηκε για την επίτευξή τους, θεωρώντας το ευρώ σύμβολο πολιτικού κύρους και οικονομικής σταθερότητας. Πέτυχε την ένταξη στη ζώνη του ευρώ το 2001 που θεωρήθηκε κορύφωση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη.
Παρά τη θεσμική προσαρμογή, η ελληνική οικονομία δεν ήταν δομικά έτοιμη για τη νομισματική ένωση. Οι κυβερνήσεις της περιόδου 1996–2009 δεν υλοποίησαν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Η οικονομία παρέμενε ευάλωτη έχοντας χαμηλή παραγωγικότητα, δημοσιονομικά ελλείμματα, διοικητικές στρεβλώσεις και αναποτελεσματικότητα. Η ανάπτυξη της δεκαετίας του 2000 στηρίχθηκε στην κατανάλωση και στον δανεισμό, χωρίς αντίστοιχη παραγωγική βάση.
Η κρίση του 2008 αποκάλυψε τη ρηχότητα του ελληνικού μοντέλου. Το 2010 η χώρα βρέθηκε εκτός αγορών και κατέφυγε σε μηχανισμούς στήριξης. Η κρίση δεν ήταν μόνο δημοσιονομική· ήταν κρίση θεσμών, διακυβέρνησης και συλλογικής νοοτροπίας.
Αξιολογώντας την ένταξη του 2001, διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα πέτυχε έναν ιστορικό στόχο – την είσοδο στον στενό πυρήνα της Ευρώπης – αλλά η συμμετοχή της ανέδειξε τις χρόνιες διοικητικές, παραγωγικές και δημοσιονομικές αδυναμίες της χώρας. Η κρίση του 2010 υπήρξε η πιο έντονη υπενθύμιση ότι η τυπική ένταξη δεν αρκεί χωρίς δομική προσαρμογή. Η ΟΝΕ απαιτούσε δημοσιονομική πειθαρχία και ανταγωνιστική παραγωγικότητα, η Ελλάδα, όμως, ακολούθησε αντίθετη πορεία.
5. Η Ευρωπαϊκή Πολιτική της Ελλάδος από το 1975 έως το 2010
Η ευρωπαϊκή πολιτική της Ελλάδας από το 1975 και εντεύθεν συνοδεύτηκε από επιτυχίες, καθώς συνέβαλε στην εδραίωση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος και στην ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας, αλλά συνοδεύτηκε και από λάθη – πολλές φορές επαναλαμβανόμενα – που λειτούργησαν αρνητικά στη δυναμική της ευρωπαϊκής της πορείας.
5.1 Οικονομική Πολιτική
Η Ελλάδα, μετά το 1981 – χρονιά ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ – πέτυχε την πρόσβαση σε πόρους χρηματοδότησης της οικονομίας της μέσω των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ) και των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (ΚΠΣ). Η ένταξη στα εν λόγω χρηματοδοτικά εργαλεία δεν συνοδεύτηκε από τον απαιτούμενο στρατηγικό σχεδιασμό. Οι πόροι διοχετεύθηκαν συχνά σε κατανάλωση, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας.
Η βιομηχανική πολιτική εγκαταλείφθηκε, οι δημόσιες επιχειρήσεις επιβαρύνθηκαν από ελλείμματα και το παραγωγικό μοντέλο παρέμεινε εσωστρεφές και χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Η απουσία εθνικής στρατηγικής για την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων οδήγησε σε μια «ανάπτυξη χωρίς παραγωγή». Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η χώρα στηρίχθηκε υπερβολικά στην κατανάλωση, τον δημόσιο δανεισμό τον τουρισμό και την οικοδομή, χωρίς να αναβαθμίσει την παραγωγικότητά της.
Το μεγαλύτερο λάθος στην όλη διαχείριση των ως άνω χρηματοδοτικών προγραμμάτων ήταν η αδυναμία σύνδεσης των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων με συγκεκριμένα αποτελέσματα και δείκτες ανταγωνιστικότητας.
5.2. Δημόσια διοίκηση και θεσμικός εκσυγχρονισμός
Παρά τη θεσμική σταθερότητα, η δημόσια διοίκηση παρέμεινε δυσκίνητη, με τις αγκυλώσεις του παρελθόντος. Οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούσε η ευρωπαϊκή ενοποίηση υιοθετήθηκαν τυπικά, αλλά όχι ουσιαστικά.
Η αδυναμία συντονισμού πολιτικών και η έλλειψη μακροπρόθεσμου οράματος οδήγησαν σε διοικητικό κατακερματισμό. Το κράτος δεν απέκτησε την αποτελεσματικότητα των δυτικοευρωπαϊκών εταίρων του.
5.3. Κοινή Αγροτική πολιτική και βιομηχανία.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) υπήρξε ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία για την ενίσχυση της ελληνικής υπαίθρου και την παραγωγική ανασυγκρότηση του αγροτικού τομέα, αλλά ταυτόχρονα και ένα πεδίο σοβαρών λαθών. Οι αγροτικές επιδοτήσεις οδήγησαν συχνά σε στρεβλώσεις, υπερπαραγωγή και εφησυχασμό, χωρίς να δίνεται έμφαση στις επενδύσεις στην ποιότητα της αγροτικής παραγωγής, στην τεχνολογία και στις εξαγωγές.
Η μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν κατάφερε να μετατρέψει την ΚΑΠ σε μοχλό εκσυγχρονισμού της γεωργίας. Αντίθετα, δημιούργησε έναν εξαρτημένο αγροτικό τομέα, όπου οι επιδοτήσεις σε πολλές περιπτώσεις αντικατέστησαν την παραγωγικότητα.
Παρόμοια πορεία είχε και ο βιομηχανικός κλάδος. Η έλλειψη σταθερής βιομηχανικής πολιτικής – τόσο μακροπρόθεσμης όσο και βραχυπρόθεσμης – οι αποκρατικοποιήσεις βιομηχανικών μονάδων χωρίς στρατηγικό σχέδιο και η αδυναμία ενίσχυσης της καινοτομίας υπονόμευσαν τις δυνατότητες της χώρας να αναπτύξει διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα.
5.4. Η Εξωτερική πολιτική και η Ελληνική Ευρωπαϊκή Στρατηγική
Από το 1981 και εξής, η Ελλάδα – ως πλήρες πλέον μέλος της ΕΟΚ – συμμετείχε ενεργά στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, χωρίς ωστόσο να διαθέτει ενιαία στρατηγική, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας. Η εξωτερική πολιτική κινήθηκε συχνά μεταξύ φιλοευρωπαϊσμού και εσωτερικού λαϊκισμού.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική της Ελλάδας τη δεκαετία του 1980 χαρακτηρίστηκε από αντιφάσεις, καθώς από τη μία υιοθετήθηκε ρητορική «αντιευρωπαϊκή» και από την άλλη η χώρα λάμβανε σημαντική χρηματοδότηση από κοινοτικούς πόρους (ΜΟΠ και Α΄ ΚΠΣ). Στη δεκαετία του 1990, η Ελλάδα υιοθέτησε πιο συνεπή ευρωπαϊκή στάση· ωστόσο, δεν μπόρεσε να κεφαλαιοποιήσει γεωπολιτικά την ευρωπαϊκή της ιδιότητα στην περιοχή των Βαλκανίων, ειδικά μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
Η συμμετοχή στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (2001) υπήρξε επιτυχία, αλλά η χώρα δεν εκμεταλλεύτηκε τα οφέλη του ευρώ για διαρθρωτικές αλλαγές και για την υιοθέτηση ενός παραγωγικού μοντέλου εστιασμένου στην ανάπτυξη των παραγωγικών κλάδων της οικονομίας. Αντίθετα, η δημοσιονομική χαλαρότητα και η αδυναμία ελέγχου των ελλειμμάτων οδήγησαν στην κρίση του 2010.
Η μεγαλύτερη παράλειψη υπήρξε η απουσία μακροχρόνιας εθνικής στρατηγικής εντός της ΕΕ. Η Ελλάδα λειτούργησε περισσότερο ως αποδέκτης πολιτικών, παρά ως διαμορφωτής τους.
6. Από την ΟΝΕ του 2001 στην κρίση του 2010
Η περίοδος 2001–2010 υπήρξε καθοριστική για την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας. Το 2001, η χώρα εντάσσεται στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), και από την 1η Ιανουαρίου 2002 η Ελλάδα – όπως και οι λοιπές χώρες-μέλη της ΟΝΕ – υιοθετεί το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα (ευρώ). Το γεγονός της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ είχε τόσο γεωπολιτική όσο και οικονομική διάσταση.
Ως προς τη γεωπολιτική διάσταση, η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ σηματοδότησε την ενσωμάτωσή της στον στενό πυρήνα της Ευρώπης, αποτελώντας το καταληκτικό σημείο της μεταπολεμικής πορείας ενσωμάτωσης της χώρας στο δυτικό οικοδόμημα.
Ως προς την οικονομική διάσταση, η ένταξη στην ΟΝΕ δεν σήμαινε μόνο συμμετοχή σε ένα περιβάλλον νομισματικής σταθερότητας, αλλά και ένταξη σε μια νομισματική περιοχή ελεύθερης διακίνησης προϊόντων, υπηρεσιών και εργαζομένων. Η προσαρμογή σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον δεν ήταν μόνο ζήτημα επίτευξης των δημοσιονομικών κριτηρίων σύγκλισης, αλλά και ζήτημα βαθύτερης δομικής σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με τις οικονομίες των λοιπών χωρών-μελών της ευρωζώνης.
Με βάση τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2001–2002, η χώρα προσέγγισε τα δημοσιονομικά κριτήρια σύγκλισης, αλλά η οικονομία δεν ήταν δομικά έτοιμη να εισέλθει στο νέο οικονομικό περιβάλλον που διαμορφωνόταν. Η απόφαση ένταξης της Ελλάδας στην ΟΝΕ υπήρξε, σε σημαντικό βαθμό, και πολιτική απόφαση.
Η περίοδος 2001 έως την κρίση του 2010 υπήρξε καθοριστική και αποκαλυπτική για τις αδυναμίες του ελληνικού κράτους.
Μετά την ένταξη στο ευρώ, οι κυβερνήσεις αντιμετώπισαν τη νομισματική σταθερότητα ως υποκατάστατο οικονομικής πολιτικής και όχι ως ευκαιρία για διαθρωτικές αλλαγές. Η πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό οδήγησε σε ανεξέλεγκτη αύξηση δαπανών, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας.
Οι δημόσιες δαπάνες διογκώθηκαν, τα ελλείμματα καλύπτονταν με δανεισμό υπονομεύοντας την προοπτική της χώρας. Η ελληνική οικονομία μετατράπηκε σε οικονομία κατανάλωσης και εισαγωγών, χωρίς παραγωγικό υπόβαθρο, ενώ το δημόσιο χρέος αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο.
Οι κυβερνήσεις απέτυχαν να αξιοποιήσουν την περίοδο ευημερίας για διαθρωτικές αλλαγές, Η πολιτική κουλτούρα της ευθύνης υποχώρησε μπροστά σε μια νοοτροπία ευρωπαϊκής «ευκολίας». Το ευρώ αντιμετωπίστηκε ως ασπίδα και όχι ως υποχρέωση δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 αποκάλυψε τη διαχρονική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας. Το 2010, η Ελλάδα βρέθηκε εκτός αγορών και υποχρεώθηκε να προσφύγει σε μηχανισμό στήριξης.
Η κρίση δεν ήταν ξαφνική ήταν αποτέλεσμα ετών κακοδιαχείρισης, καθυστερήσεων και εφησυχασμού. Οι ευθύνες των κυβερνήσεων της περιόδου 2001–2009 είναι υπαρκτές, καθώς απέτυχαν να προβλέψουν, να διορθώσουν και να εξορθολογήσουν την λειτουργία .της οικονομίας δημιουργώντας ένα παραγωγικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις συνθήκες ανταγωνισμού της ευρωζώνης.
Παρά την κοινωνική πίεση που δημιούργησε η κρίση του 2010, η Ελλάδα δεν αμφισβήτησε ποτέ ουσιαστικά τη θέση της στην ΕΕ ή στην ΟΝΕ. Αντιθέτως, η περίοδος αυτή ανέδειξε τη βαθιά ενσωμάτωση της χώρας στο δυτικό οικοδόμημα. Η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια αποτέλεσε ασπίδα απέναντι στην κατάρρευση και πλαίσιο εξόδου από την κρίση.
7. Από την κρίση του 2010 στο Σήμερα
Όπως αναφέρθηκε και στην Ενότητα 6, το 2010 η Ελλάδα βρέθηκε εκτός αγορών και υποχρεώθηκε να προσφύγει σε μηχανισμό στήριξης με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Στο πλαίσιο του εν λόγω μηχανισμού στήριξης, η χώρα, από το 2010 έως το 2015, συμφώνησε και αποδέχθηκε τρία προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής (Μνημόνια) έναντι χρηματοδότησης από τους εμπλεκόμενους φορείς.
Τα προγράμματα προσαρμογής επέφεραν επώδυνα μέτρα αλλά και σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές. Η ψηφιοποίηση της διοίκησης, η ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών και η σταδιακή αποκατάσταση της δημοσιονομικής σταθερότητας αποτέλεσαν θετικές εξελίξεις. Στα αρνητικά συγκαταλέγεται η μείωση του ΑΕΠ κατά 25% , μείωση εισοδημάτων, φυγή νέων στο εξωτερικό. κ.λπ..
Η Ελλάδα εισήλθε στη δεκαετία του 2020 με νέα αυτογνωσία. Η συμμετοχή στο Ταμείο Ανάκαμψης, η έμφαση στην πράσινη ανάπτυξη και οι ψηφιακές επενδύσεις δείχνουν πως η χώρα επαναπροσδιορίζει τη θέση της στη Δύση, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη θεσμική ωριμότητα.
Ωστόσο, η πρόκληση παραμένει και είναι η μετατροπή της ευρωπαϊκής μας συμμετοχής από τυπική σε ουσιαστική, από την εξάρτηση από τους κοινοτικούς πόρους σε πραγματική παραγωγική σύγκλιση. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας περνά μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών κλάδων της. Η εστίαση στην καινοτομία, την ποιότητα, την εξωστρέφεια, η μείωση του λειτουργικού και ενεργειακού κόστους, καθώς και η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αποτελούν παράγοντες που θα οδηγήσουν στη βιώσιμη ανάπτυξη και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των παραγωγικών κλάδων της Ελληνικής Οικονομίας αλλά και του συνόλου αυτής..
Η επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας απαιτεί και τη δημιουργία του ανάλογου παραγωγικού υποβάθρου, με την υιοθέτηση ενός παραγωγικού μοντέλου το οποίο, μεταξύ άλλων, θα διαθέτει σαφή παραγωγικό προσανατολισμό.
Η σύνταξη του Α ‘ Μέρους στηρίχθηκε σε άντληση πληροφοριών από την κάτωθι βιβλιογραφία :
Βιβλιογραφία (Α’ Μέρους)
1) Τετράδια Κοινοβουλευτικού Λόγου Παναγής Παπαληγούρας «Η κύρωση της Συµφωνίας Σύνδεσης της Ελλάδας µε την ΕΟΚ (1962) – (Εισαγωγή & Σχολιασμός Κωνσταντίνα Μπότσιου Καθηγήτρια Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς )
2) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών/Τμήμα Πολιτικών Επιστημών Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (Κατεύθυνση) Πολιτική Ιστορία και Στρατηγικές Σπουδές, Μεταπτυχιακή Διατριβή της κα. Γαρουφαλιάς Κοτσιανού (ΑΕΜ: 244) με θέμα : «Πολιτικοί Σχεδιασμοί και Προσδοκώμενα Αποτελέσματα από τη Σύνδεση της Ελλάδος με την ΕΟΚ (1958-1967)», Ιούνιος 2018
3) Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο/ Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών/ Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών/ Νεώτερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Διπλωματική Εργασία του Κωνσταντίνου Μ Δαγκλή με θέμα : «Η ευρωπαϊκή επιλογή της Ελλάδας μέσα από τον Τύπο (1959-1961)» , Ιούνιος 2024 (πατήστε εδώ)
4) Εθνική Σχολή Δημόσια Διοίκησης/ Εκπαιδευτικό Υλικό Ελλάδα και Ε.Ε. (2020) των Δρ. Μιχαήλ Χρηστάκη και Δρ. Αντωνίου Λιανού

