Από την Επιστημονική Ομάδα του Ινστιτούτου Έρευνας και Μελέτης Θουκυδίδης.
1. Εισαγωγή.
Η πορεία ενσωμάτωσης της Ελλάδας στη Δύση συνιστά ένα από τα πολυπλοκότερα και πολυδιάστατα ιστορικο-πολιτισμικά φαινόμενα της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας. Δεν αποτελεί απλά μια διπλωματική επιλογή προσανατολισμού και ούτε μια διαδικασία ένταξης στους δυτικούς θεσμούς αλλά αποτελεί μια βαθιά ιστορική διαδικασία που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, το παρελθόν τους και τον κόσμο.
Στην καρδιά αυτής της διαδικασίας βρίσκεται η Ορθοδοξία, ως ένας θρησκευτικός και πολιτισμικός τρόπος ύπαρξης, μια ζωντανή παράδοση που διαμόρφωσε κοινωνικούς δεσμούς, στήριξε συλλογικές μνήμες, γέννησε τέχνες και λειτουργικές μορφές, και έθρεψε βαθιές ανθρωπολογικές αντιλήψεις για το πρόσωπο, την κοινότητα, τον χρόνο και τον κόσμο.
2.Η Πολιτισμική Διάσταση της Ενσωμάτωσης της Ελλάδας στην Δύση.
2.1 Η Κλασική Αρχαιότητα στη Δύση και η πολιτιστική ταυτότητα του νέου Ελληνικού Κράτους.
Η αντίληψη της Κλασσικής Αρχαιότητας από την δυτική διανόηση υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της ταυτότητας του νέου Ελληνικού Κράτους. Από την Αναγέννηση μέχρι τον 19ο αιώνα, η Δύση θεώρησε την Ελλάδα της Κλασικής Αρχαιότητας ως θεμέλιο της δικής της πολιτισμικής ταυτότητας. Την είδε ως πατρίδα της δημοκρατίας, του ορθού λόγου, της φιλοσοφίας και της καλλιτεχνικής αρμονίας.
Αυτή η φιλελληνική αλλά συχνά εξιδανικευμένη εικόνα, όπως σημειώνει ο Herzfeld (1987), δημιούργησε μια ιδιότυπη σχέση όπου η Ελλάδα έγινε ένας «καθρέφτης» πάνω στον οποίο η Ευρώπη πρόβαλλε τις δικές της αξίες, αλλά και τις δικές της αντιφάσεις. Το νέο Ελληνικό Κράτος, κλήθηκε να ανταποκριθεί σε μια κληρονομιά που δεν ήταν κατασκευασμένη από την ίδια, αλλά από τον δυτική φιλολογική και καλλιτεχνική διανόηση.
Παράλληλα, το νεοελληνικό κράτος χρησιμοποίησε αυτή την εξιδανικευμένη πρόσληψη για να οικοδομήσει το δικό του εθνικό αφήγημα. Η αρχαιότητα έγινε εργαλείο αυτογνωσίας, διεθνούς νομιμοποίησης και πολιτισμικού προσανατολισμού προς τη Δύση.
2.2 Ελληνική διανόηση και οι ερμηνείες της ελληνικότητας στον 19ο και 20ό αιώνα.
Από την δημιουργία του νέου Ελληνικού Κράτους και κατά την διάρκεια του 19ου και 20ου, η ελληνική διανόηση επιχείρησε να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα : Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας σε έναν σύγχρονο, δυτικό κόσμο;
Η ελληνικότητα δεν θεωρήθηκε ποτέ δεδομένη. Οι στοχαστές προσπάθησαν να κατανοήσουν την ταυτότητα όχι ως στατικό σύνολο χαρακτηριστικών, αλλά ως μια δημιουργική πράξη επιλογής, ερμηνείας και σύνθεσης.
Ο Διαφωτισμός, η Ρομαντική εποχή, η Γενιά του ’30, η μεταπολεμική ανασυγκρότηση, ακόμη και τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, προσέφεραν διαφορετικές εκδοχές το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας στον σύγχρονο Δυτικό Κόσμο. Ο Τζιόβας (2014) υπογραμμίζει ότι, η ελληνική ταυτότητα είναι προϊόν συνεχούς «επανεπινοησης». Ο Λεοντής (1995) δείχνει ότι η σχέση Έλληνα–Δύσης δεν είναι μονοδιάστατη: είναι σχέση αμοιβαίας επιρροής, διάκρισης αλλά και συνάντησης
2.3 Η Πολυεπίπεδη Ταυτότητα του Νέου Ελληνικού Κράτους.
Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι, η Ελλάδα είναι μια από τις λίγες χώρες της Ευρώπης που στην ταυτότητά της ενσωματώνονται αρμονικά τρεις πολιτιστικές παραδόσεις και ρεύματα συγκεκριμένα :
α) την αρχαιοελληνική κληρονομιά που αποτελεί τον πνευματικό πυλώνα που συνδέει την Ελλάδα άμεσα με την Ευρώπη.
β) τη βυζαντινή–ορθόδοξη παράδοση που είναι ζωντανή και συνεχής, με λειτουργική, αισθητική και ανθρωπολογική δύναμη που επηρεάζει την καθημερινότητα και
γ) τη δυτική νεωτερικότητα ήτοι οι θεσμοί, τα δικαιώματα, οι επιστήμες και κοσμική πολιτική οργάνωση.
Αυτή η πολυεπίπεδη ταυτότητα είναι που καθιστά την Ελλάδα μοναδική όντας μια χώρα που συνομιλεί με το παρελθόν χωρίς να χάνει το παρόν, και συμμετέχει στη Δύση χωρίς να χάνει τη δική της εσωτερική συνοχή.
3. Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμική και Κοινωνιολογική Σταθερά.
Η Ορθοδοξία προτείνει μια ανθρωπολογική οπτική ιδιαίτερα σημαντική στη διαμόρφωση της ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας προτείνοντας το πρόσωπο σε σχέση ε την κοινωνία και όχι ως απομονωμένο άτομο.
Η δυτική νεωτερικότητα συχνά θεμελιώθηκε πάνω στην αυτονομία του ατόμου. Η Ορθοδοξία, χωρίς να αρνείται την προσωπική ελευθερία, τονίζει την ανθρωπολογική κοινωνικότητα, την αμοιβαιότητα, τη συμμετοχή στη ζωή της κοινότητας.
Αυτή η αντίληψη εξηγεί πολλά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας όπως, τον έντονο οικογενειακό δεσμό, την κοινοτική συνοχή, την προτεραιότητα της σχέσης με την κοινωνία έναντι του ατομισμού.
Παρά την έλευση της παγκοσμιοποίησης, η Ορθοδοξία παραμένει εξαιρετικά ζωντανή στις ελληνικές κοινότητες τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν βιώνεται ως «μουσειακό» κατάλοιπο, αλλά ως βίωμα με τις εορτές, τις νηστείες, τα μυστήρια, τη λατρευτική ομορφιά και την ενοριακή ζωή.
Ο Roudometof δείχνει ότι, η Ορθοδοξία έχει την ικανότητα να συνομιλεί με τη νεωτερικότητα χωρίς να απωλέσει τον πυρήνα της. Αυτό εξηγεί γιατί στην Ελλάδα —ακόμη και ανάμεσα στους νέους— υπάρχει ένας αξιοσημείωτος σεβασμός και μια πολιτισμική εγγύτητα προς την Εκκλησία.
Στην διαδικασία ενσωμάτωσης της Ελλάδος στην Δύση η Ορθοδοξία λειτουργεί διττά ως σημείο διαφοροποίησης από τον δυτικό Καθολικισμό/Προτεσταντισμό και ως γέφυρα με την ευρωπαϊκή χριστιανική παράδοση.
Η Δύση γνωρίζει την Ορθοδοξία συχνά μέσα από τη βυζαντινή τέχνη, την πατερική γραμματεία και τη λειτουργική παράδοση, που αποτελούν πνευματικό πλούτο για ολόκληρη την Ευρώπη.
Αυτή η διττή λειτουργία επιτρέπει στην Ελλάδα να διατηρεί ταυτόχρονα την πολιτισμική της ιδιοπροσωπία και την ενεργό συμμετοχή της στη δυτική πολιτισμική οικογένεια.
4. Η ελληνική νεωτερικότητα ως σύνθεση πολιτισμικών στρωμάτων.
Σε αντίθεση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα δεν υιοθέτησε απλώς δυτικά πρότυπα· τα μετέφρασε μέσα από το δικό της πολιτισμικό και πνευματικό φίλτρο. Η Ορθοδοξία λειτουργεί συχνά ως «ήπια δύναμη» (soft power) της ελληνικής κοινωνίας καθώς επικουρεί την κοινωνική συνοχή, προσφέρει ανθρωπολογικό βάθος σε θεσμούς και το πιο σημαντικότερο συνδέει το παρελθόν με το παρόν.
Αυτή η σύνθεση εξηγεί γιατί η ελληνική νεωτερικότητα δεν είναι καρπός ρήξης με το παρελθόν, αλλά συνέχειας και μετασχηματισμού αποτελώντας την αδιαμφισβήτητη τεκμηρίωση της συνέχειας του Ελληνικού Έθνους από την αρχαιότητα έως σήμερα.
Η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση της Ελλάδας μετά το 1981 δεν απείλησε την ορθόδοξη ταυτότητα. Αντίθετα, την ανέδειξε σε πλαίσιο πολιτισμικού πλεονεκτήματος.
Η Ελλάδα προσέθεσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια παράδοση με βαθιές ρίζες, ανθρωπολογικό προσανατολισμό και μια διαφορετική, λιγότερο τεχνοκρατική προσέγγιση στην κοινωνική συνοχή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ως προς ερμηνευτικές προσεγγίσεις της σχέσεις μεταξύ Ορθοδοξίας και Δύσης υπάρχει ποικιλία προσεγγίσεων. Ο Γιανναράς (2001) τονίζει την διαφορετικότητα της ορθόδοξης ανθρωπολογίας, ο Ζιάκας (2001) υπογραμμίζει την κρίση της νεωτερικότητας και την αξία της παράδοσης ενώ ο Μακρίδης (2012) δείχνει τη δυνατότητα δημιουργικής προσαρμογής.
Ωστόσο παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους όλοι οι ως άνω διανοητές συμφωνούν στο γεγονός ότι η Ορθοδοξία είναι ζωντανή παράδοση, που συνεχίζει να επηρεάζει την ελληνική κοινωνία με τρόπο θετικό και δημιουργικό.
5. Πολιτισμική Ενσωμάτωση και Ευρωπαϊκός Προσανατολισμός
Η Ελλάδα μετά την ένταξή της στην Ε.Ο.Κ. ως πλήρες μέλος το 1981 συμμετείχε και συμμετέχει ενεργά στο ευρωπαϊκό πολιτισμικό οικοσύστημα μέσω της συμμετοχής της σε προγράμματα όπως το Erasmus, το Creative Europe, το Horizon καθώς επίσης στο πρόγραμμα ευρωπαϊκές πολιτιστικές πόλεις και σε ευρωπαϊκά προγράμματα της UNESCO.
Η συμμετοχή της χώρας μας στα ως άνω προγράμματα επέτρεψε την προβολή του ελληνικού πολιτισμού —συμπεριλαμβανομένης της ορθόδοξης βυζαντινής κληρονομιάς— στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή.
Η σύγχρονη Ευρώπη δεν είναι μονολιθική και η Ορθοδοξία καταλαμβάνει σήμερα έναν σεβαστό χώρο μέσα στη συζήτηση για την πολιτισμική ποικιλία.
Προβάλλεται όχι ως «ιδιαιτερότητα», αλλά ως παραλλαγή του ευρωπαϊκού χριστιανικού πολιτισμού, με δικές της αισθητικές, πνευματικές και ανθρωπολογικές συνεισφορές.
6. Συμπεράσματα.
Αξιολογώντας την πολιτιστική και πολιτισμική διάσταση της ενσωμάτωσης της Ελλάδας στην Δύση διαπιστώνεται ότι η πολιτιστική σχέση Ελλάδας–Δύσης δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς την Ορθοδοξία. Η ελληνική ταυτότητα είναι αποτέλεσμα μιας ιστορικής σύνθεσης στην οποία η Ορθοδοξία υπήρξε και παραμένει σταθερός πολιτισμικός πυλώνας, πλαίσιο ανθρωπολογικής συνέχειας, πηγή κοινωνικής συνοχής καθώς και γέφυρα διαλόγου με την Ευρώπη.
Η πορεία ενσωμάτωσης της Ελλάδας στη Δύση δεν είναι πορεία εξευρωπαϊσμού εις βάρος της Ορθοδοξίας, αλλά διαδικασία δημιουργικής σύζευξης.
Η Ελλάδα έγινε ευρωπαϊκή επειδή παρέμεινε βαθιά δική της: αρχαία, βυζαντινή, ορθόδοξη και σύγχρονη ταυτόχρονα.
Βιβλιογραφία Β Μέρους
1) Beaton, R. (2019). Greece: Biography of a Modern Nation. London: Penguin.
2) Γιανναράς Χρήστος. (2021). Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα. Αθήνα: Ίκαρος.
3) Herzfeld, M. (1987). Anthropology Through the Looking-Glass. Cambridge: Cambridge University Press.
4) Kalaitzidis, P. (2007). Ορθοδοξία και νεωτερικότητα. Προλεγόμενα. Αθήνα: Ίνδικτος.
5) Kalaitzidis, P. & Ntontos, N. (επιμ.) (2007). Ορθοδοξία και νεωτερικότητα. Αθήνα: Ίνδικτος.
6) Kitromilides, P.M. (2013). Enlightenment and Revolution. Harvard University Press.
7) Leontis, A. (1995). Topographies of Hellenism. Cornell University Press.
8) Makrides, V.N. (2012). “Orthodox Christianity, Modernity and Postmodernity.” Religion, State & Society, 40(3–4), 248–285.
9) Roudometof, V. (2014). Globalization and Orthodox Christianity. Routledge.
10) Roudometof, V. & Makrides, V.N. (2010). Orthodox Christianity in 21st Century Greece. Ashgate.
11) Tziovas, D. (ed.) (2014). Re-imagining the Past. Oxford University Press.
12) Ζιάκας Θ.Ι. (2001). Η έκλειψη του υποκειμένου. Αθήνα: Αρμός.

