Άρθρο της Σωτηρούλας Βασιλείου, Διδάκτορος Ιστορίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Φωτογραφία εξωφύλλου : Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός πριν τη θανάτωσή του (Μ. Κάσιαλος, ελαιογραφία σε καμβά, γ΄ τέταρτο 20ού αιώνα, Πινακοθήκη Ιδρ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄). *Ο δημιουργός του έργου, ο Μιχαήλ Κάσιαλος, έμελλε, το 1974, να αποτελέσει ένα από τα θύματα της Τουρκικής Εισβολής. Συγκεκριμένα, απεβίωσε στις 30 Αυγούστου 1974, συνεπεία της βάναυσης κακοποίησής του από Τούρκους στρατιώτες, στις 24 του ιδίου μηνα, στο σπίτι του, στην ήδη κατεχόμενη Άσσια.
Το 1821 η Κύπρος μετρούσε ακριβώς 250 χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας, κατά την οποίαν σωτήριος για τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων Κυπρίων, ήταν ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ως γνωστόν, το 1814 ιδρύθηκε στην Οδησσό της Ρωσίας η Φιλική Εταιρεία. Μέχρι το 1820, η Εταιρεία περιέλαβε στα μέλη της τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και άλλους επιφανείς Κυπρίους. Γι’ αυτό και ο Βασίλης Μιχαηλίδης, στο ποίημα του «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου», το οποίο γράφτηκε ατα 1884-1895 και εκδόθηκε το 1911, επισημαίνει:
«Αντάν αρκέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι’ εφυσούσαν […]
είσιεν σγoιάν είχαν ούλλοι τους τζι’ η Τζύπρου το κρυφόν της,
μές στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της».
Οι πολλαπλές δυσχέρειες, οι οποίες πήγαζαν από τη μεγάλη απόσταση της Κύπρου από τις περιοχές της επικείμενης εξέγερσης και ειδικά η εγγύτητά της προς την Αίγυπτο και τη Συρία, όπου υπήρχαν συμπαγείς μουσουλμανικοί πληθυσμοί και μεγάλη συγκέντρωση τουρκικών στρατευμάτων, απέτρεψαν τη συμπερίληψη του νησιού στον κεντρικό επαναστατικό σχεδιασμό. Τεκμηριωμένα, όμως, οι Φιλικοί, υπολόγιζαν σε αξιόλογη οικονομική συνδρομή από την Κύπρο, για την οποίαν μάλιστα, τους διαβεβαίωσε και ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός.
Με την έναρξη της Επανάστασης, τον Μάρτιο του 1821, ο Σουλτάνος διέταξε τον αφοπλισμό των ραγιάδων της Κύπρου. Ενεργώντας κατ’ οικονομίαν, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός κάλεσε το ποίμνιό του σε συμμόρφωση. Ωστόσο, γρήγορα εκδηλώθηκαν βιαιοπραγίες, απειλές και λεηλασίες κατά του πληθυσμού. Τον Ιούλιο, με αφορμή τη διανομή επαναστατικών προκηρύξεων στη Λάρνακα, ο Τούρκος διοικητής της Κύπρου υπέβαλε στην Πύλη κατάλογο 486 ονομάτων αρχιερέων, κληρικών και προκρίτων, ζητώντας τη σύλληψη και εκτέλεσή τους. Ορισμένοι κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από το νησί και μερικοί αλλαξοπίστησαν για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Ωστόσο, οι πλείστοι προγραμμένοι θανατώθηκαν και οι περιουσίες τους δημεύθηκαν.
Πρώτα θύματα ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος και Κηρυνείας Λαυρέντιος.
Η τραγικότητα της θυσίας του Κυπριανού αποτυπώνεται δραματικά και στην προαναφερθείσα «9η Ιουλίου του 1821 εν Κύπρω», όπου ο Αρχιεπίσκοπος φέρεται να απαντά στις προτάσεις για φυγή λέγοντας:
«Δεν φεύκω, […] γιατί, αν φύω, ο φευκός μου
εν’ να γενή θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου.
Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;
Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν’ κάλλιον του ’πισκόπου».
Και πιο κάτω, ο Κυπριανός, λίγο πριν το τέλος, παρουσιάζεται να λέει στον Τούρκο Διοικητή:
«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,
κανένας δεν εβρέθηκεν για να την-ι-ξηλείψη,
κανένας, γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!
Σφάξε μας ούλους τζι’ ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν,
κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το ’νίν, αντάν να τρώει την γην, τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται».
Σε ανταπόκριση, στην ιταλική εφημερίδα Notizie del Giorno, η οποία εκδιδόταν στη Ζάκυνθο, διαβάζουμε για το μακελειό: «Έγραψε [ο Διοικητής] σε όλους τους επισκόπους του νησιού να μεταβούν στη Λευκωσία μαζί με τους κοτζαμπάσηδες και […] τους υποχρέωσε να πάνε στο Σεράγιο […]. Αφού έδωσε εντολή να κλειστούν οι πύλες της πόλης και του Σεραγίου, αρχίζοντας τους αποκεφαλισμούς από τον επίσκοπο της Λάρνακας, διέταξε το ίδιο και για τους επισκόπους της Πάφου και της Κερύνειας και απαγχόνισε τον μακαριώτατο αρχιεπίσκοπο […] Κυπριανό μαζί με τον αρχιδιάκονο του. […] Καθημερινά […] δεν επεδίωκε τίποτε άλλο παρά να φέρνει από όλα τα μέρη της νήσου αθώα και δυστυχισμένα πλάσματα. με σκοπό να χύνεται ολοένα και περισσότερο το αίμα των χριστιανών, των μοναχών, των ιερέων […]. Μετά απ’ αυτό έφθασε στην αξεπέραστη ωμότητα να βάζει να σφάζουν μεταξύ ιερέων και κληρικών άλλοτε 10, άλλοτε 15 και άλλοτε 20 κάθε μέρα. […] Με παρόμοιο απαίσιο σύστημα αφάνισε τους προκρίτους, τους ηγούμενους, τους πρωθιερείς. Για να διαφύγουν τον θάνατο, μερικοί, μεταμφιεζόμενοι σε δυτικούς, επιβιβάζονταν σε πλοία είτε για τη Γένοβα είτε για τη Μασσαλία και το Λιβόρνο […]». (1)
Παρά, λοιπόν, το γεγονός πως οι σφαγές του Ιουλίου του 1821 πρόλαβαν την εξάπλωση της επαναστατικής φλόγας στην Κύπρο, εκατοντάδες Κύπριοι, ορκισμένοι στη Φιλική Εταιρεία και μη, μετέβησαν στην Ελλάδα, πολέμησαν και μερικοί θυσίασαν περιουσίες.
Ορισμένοι κατέφυγαν καταρχάς στην Ευρώπη, πασχίζοντας να εξασφαλίσουν τα μέσα για την απελευθέρωση της πατρίδας τους. «Επειδή νομίζομεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι έχομεν κάθε δίκαιον να μη γνωρίζωμεν πλέov δια διoίκησιv τoυς αιµoβόρoυς τoύτoυς λῃστάς [τους Τούρκους], αλλά συμφώνως µε τους λοιπούς αδελφούς ημών Έλληνας θέλομεν προσπαθήσει την Ελευθερίαν της ειρηνικής ημών, πάλαι μεν Μακαρίας, ήδη δε τρισαθλίας Νήσου Κύπρου», τόνισαν, μεταξύ άλλων, δεκαοκτώ κληρικοί και λαϊκοί, επώνυμοι και αφανείς, σε διακήρυξή τους, τον Δεκέμβριο του 1821. (2)
Σύμφωνα με υπολογισμούς, οι οποίοι έγιναν κατά καιρούς, οι Κύπριοι αγωνιστές, που έδρασαν στην Ελλάδα, ήταν περίπου χίλιοι ή και περισσότεροι. Πάντως, εγκυρότεροι είναι οι υπολογισμοί του καθηγητή Πέτρου Παπαπολυβίου, ο οποίος κατέγραψε ονομαστικά περίπου τριακόσιους και υπολογίζει πως στο σύνολό τους ήταν περίπου πεντακόσιοι.
Η σφαγή της 9ης Ιουλίου και η προσφορά των Ελλήνων Κυπρίων στην Ελληνική Επανάσταση προσέφεραν στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το έρεισμα, ώστε τον Οκτώβριο του 1827, απαντώντας σε αντίστοιχο ερώτημα του Βρετανού Υφυπουργού Άμυνας και Αποικιών Robert Wilmot-Horton, να περιλάβει στα όρια της «Ελλάδος σήμερον» και του υπό διαμόρφωση ελληνικού κράτους και την Κύπρο. «Τα όρια της Ελλάδος από τεσσάρων μεν αιώνων διεγράφησαν υπό δικαιωμάτων, τα οποία ούτε ό χρόνος, ούτε αι πολύμορφοι συμφοραί, ούτε η δορικτησία, ουδέποτε ίσχυσαν να παραγράψωσι, διεγράφησαν δε από του 1821 διά του αίματος του χυθέντος εις τας σφαγάς της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Κυδωνιών, των Ψαρών, του Μεσολογγίου, και εις τας πολυαρίθμους ναυμαχίας τε και πεζομαχίας εν αις εδοξάσθη το γενναίον τούτο έθνος. Ορμώμενοι εκ τούτων των γεγονότων άτινα υπερίστανται της ιστορίας της Ελλάδος, και τον ήδη επταετή αυτής αγώνα επιχαρακτηρίζουσιν, ευκόλως καταπειθόμεθα ότι ούτε υπερφιλοδοξία, ούτε κερδομανία, αλλά χρέος ιερόν και απαραβίαστον θέλει ενάξη διαπαντός την Ελλάδα να συστείλη τα όρια της χώρας αυτής», τόνισε. «Και αν δε του χρέους τούτου το αίσθημα σιγήση ενώπιον επικρατεστέρων αναθεωρήσεων, οι Έλληνες δικαίω τω λόγω δύνανται να ερωτήσωσιν εαυτούς, άρα γε χάριν της ειρήνης αι μεσίτριαι αυλαί τους αναγκάζουσι να εγκαταλείψουν έτι πολλούς των ομογενών των υπό τον Μωαμεθανικόν ζυγόν;», συνέχισε, προβάλλοντας και τις ευθύνες των Μεγάλων Δυνάμεων, δηλαδή της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Ένα χρόνο αργότερα, σε υπόμνημά του προς τους εκπροσώπους των Δυνάμεων, ο Καποδίστριας επισήμανε: «εκ τε της ιστορίας και εκ των μνημείων και των λοιπών πάντων μαρτυρείται ομοίως ότι και η Κύπρος και η Ρόδος και πολλαί άλλαι νήσοι αποσπάσματα εισί της Ελλάδος […]» τα οποία «είχον βραχεί υπό του αίματος των Ελλήνων».
Παρά ταύτα, το 1832 η Κύπρος παρέμεινε υπό τον οθωμανικό ζυγό, όπως παρέμειναν και πολλές άλλες περιοχές με πολλαπλή προσφορά στον Αγώνα. Το 1878, το νησί εκχωρήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία ως προτεκτοράτο ενώ το 1925 ανακηρύχθηκε βρετανική αποικία. Ο εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ 1955-1959, ο οποίος ξεκίνησε με αίτημα την ένωση με την Ελλάδα, κατέληξε, το 1960, στην ίδρυση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974 η Κύπρος βίωσε δύο εισβολές της Τουρκίας στο έδαφός της και, για άλλη μια φορά, φονεύσεις, εξανδραποδισμούς, ξεριζωμούς και λεηλασίες. Από τότε, το 36,2% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή.
Σήμερα, 204 χρόνια μετά τα Ιουλιανά του 1821 και 51 χρόνια μετά τον μαύρο Ιούλη του 1974 οφείλουμε να στρεφόμαστε στη μελέτη της Ιστορίας, με σεβασμό και υπευθυνότητα. Καθώς χώματα ποτισμένα με αίμα ηρώων και μαρτύρων, ιερά και μνημεία υπομένουν τον τουρκικό ζυγό, «χρέος ιερόν και απαραβίαστον» ημών αποτελεί ο αγώνας για την καλλιέργεια και τη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης και την απελευθέρωση.
Εικόνα 1 – Η σύλληψη του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού (Γ. Μαυρογένης, ελαιογραφία σε ξύλο, 1971, Πινακοθήκη Ιδρ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄).
Εικόνα 2 – Ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού (Γ. Μαυρογένης, ελαιογραφία σε ξύλο, 1971, Πινακοθήκη Ιδρ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄).
(1) Notizie del Giorno, Ζάκυνθος, 25 Οκτωβρίου και 2 Νοεμβρίου 1821>
(2) Βλ. τη διακήρυξη στο Πέτρος Παπαπολυβίου, Πτυχές και Διαθλάσεις του Κυπριακού 1821: Πρόσωπα, σχέδια και σκιές, Λευκωσία 2022, σ. 50-55.

