Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και το Κυπριακό Ζήτημα (1950–1960) – Μια κριτική ανάγνωση ανάμεσα στον εθνικό ρεαλισμό και τον κρατικό συντηρητισμό

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και το Κυπριακό Ζήτημα (1950–1960) – Μια κριτική ανάγνωση ανάμεσα στον εθνικό ρεαλισμό και τον κρατικό συντηρητισμό

Δημοσίευση του Προέδρου του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Έρευνας και Μελέτης Θουκυδίδης κ. Δημητρίου Τραπεζιώτη και της  Επιστημονικής Ομάδας του Ινστιτούτου Έρευνας και Μελέτης Θουκυδίδης.

1.Εισαγωγή.
Η περίοδος 1950 – 1960 αποτέλεσε μια κορυφαία στιγμή για το Κυπριακό Ζήτημα, Η εν λόγω περίοδος ήταν μια περίοδος  διπλωματικών κινήσεων και διεθνών ισορροπιών αλλά και ο καθρέφτης της πολιτικής και πνευματικής ελίτ της Ελλάδας. Μια από τις κεντρικές μορφές της εν λόγω ελίτ ήταν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος νομικός, διανοούμενος και  πολιτικός σύμβουλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή και εκφραστής μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής στάσης απέναντι στο κράτος, τη δημοκρατία και το έθνος.
Εκ πρώτης όψεως ο Κωνσταντίνος  Τσάτσος εμφανίζεται ως «ρεαλιστής» που προσπαθεί να συγκρατήσει τον κατά την άποψή του εθνικό μαξιμαλισμό στον Κυπριακό Ζήτημα  και να αποτρέψει μια ελληνοτουρκική σύγκρουση για την Κύπρο.
Ωστόσο από μια ενδελεχέστερη εξέταση των δεδομένων της περιόδου εκείνης προκύπτουν ερωτήματα σχετικά με την θέση του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο Κυπριακό Ζήτημα και συγκεκριμένα:
Κατά πόσο ο ρεαλισμός αυτός υπήρξε πραγματικά αναγκαίος και διορατικός;
Πόσο συνδέεται ο εν λόγω ρεαλισμός με βαθύτερες αντιλήψεις κρατικού συντηρητισμού, καχυποψίας απέναντι στις λαϊκές κινητοποιήσεις και ανοχής απέναντι σε λογικές «επώδυνων συμβιβασμών» που τελικά παγίωσαν ένα προβληματικό καθεστώς στην Κύπρο;

2. Η Πολιτική Προσέγγιση του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο Κυπριακό Ζήτημα την περίοδο 1950-1960.
Ο βασικός άξονας που καθόρισε την πολιτική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο Κυπριακό Ζήτημα την περίοδο 1950-1960 συνίσταται στην άποψή του πως σε  ένα κράτος ιεραρχικά οργανωμένο, η πολιτική ηγεσία και η «κατάλληλη» ελίτ καθοδηγούν μια κοινωνία που συχνά παρουσιάζεται ως παρορμητική, ευάλωτη σε συναισθηματικές εκρήξεις και ανίκανη να δει τη μεγάλη εικόνα.
Η εν λόγω πολιτική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Τσάτσου  επιβεβαιώθηκε στην πράξη με τον τρόπο που αντιμετώπισε τις μαζικές κινητοποιήσεις για την Κύπρο, τις φοιτητικές και λαϊκές διαδηλώσεις, αλλά και την ίδια την κυπριακή υπόθεση ως έκφραση ενός «εθνικού πάθους» που οφείλει να τεθεί υπό έλεγχο. Η λογική αυτή, όσο κι αν ντύνεται με τον μανδύα  της ευθύνης του ρεαλισμού και της νηφαλιότητας, κρύβει έναν σταθερό πυρήνα δυσπιστίας απέναντι στον λαό ως πολιτικό υποκείμενο.
Κατόπιν τούτου, ο «ρεαλισμός» του Τσάτσου δεν είναι ουδέτερη τεχνική στάση, αλλά έκφραση μιας βαθιά συντηρητικής αντίληψης, όπου η κρατική ηγεσία δικαιούται να «διορθώνει» ή να «φιλτράρει» το εθνικό βίωμα, ακόμη κι αν αυτό οδηγεί σε συγκρούσεις με το λαϊκό αίσθημα.
Οι επικρατούσες συνθήκες στο διεθνές περιβάλλον για το Κυπριακό Ζήτημα  δεν ήταν ευνοϊκές. Η Μεγάλη Βρετανία επιθυμούσε την διατήρηση των στρατιωτικών βάσεων της, η Τουρκία εισήλθε δυναμικά επί  του Κυπριακού Ζητήματος διεκδικώντας ρόλο στην όποια μορφή επίλυσής του καθώς και  οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν πάση θυσία να εμποδίσουν μια σύγκρουση εντός του ΝΑΤΟ.
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος γνωρίζοντας τις συνθήκες του διεθνούς περιβάλλοντος θεωρεί ότι η Ελλάδα είναι ένα μικρομεσαίο κράτος, χωρίς το στρατηγικό βάρος να επιβάλει τους όρους της. Ωστόσο η θεώρησή του αυτή ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δεν αρκέστηκε στην απλή αναγνώριση του διεθνούς περιβάλλοντος  για τον σχεδιασμό της εξωτερικής πολιτικής αλλά αποτέλεσε το ιδεολογικό του άλλοθι για την συνολική προσέγγισή του ως προς το Κυπριακό Ζήτημα την περίοδο 1950-1960. Ο τρόπος με τον οποίο ο Τσάτσος επιστρατεύει το πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου πολλές φορές οδηγεί σε μια σχεδόν μοιρολατρική αποδοχή των δυτικών προτεραιοτήτων ως κάτι σχεδόν υπεράνω κριτικής. Η ίδια η έννοια της αυτοδιάθεσης, θεμελιώδης για τον Ελληνισμό της Κύπρου, υποβαθμίζεται πρακτικά σε διαπραγματευτικό χαρτί, σε μια υπόσχεση που οφείλει να προσαρμοστεί «ρεαλιστικά» στις νατοϊκές ισορροπίες.
Συνεπώς, ο Κωνσταντίνος  Τσάτσος φαίνεται να παραιτείται πολύ γρήγορα από τη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας πιο ενεργητικής ελληνικής στρατηγικής για το Κυπριακό Ζήτημα στο διεθνές πεδίο. Αντί να δει την αυτοδιάθεση ως πολιτικό και ηθικό αντίβαρο Βρετανική πολιτική , την προσεγγίζει κυρίως ως μεταβλητή σε μια εξίσωση ισχύος όπου η Ελλάδα έχει σχεδόν προδιαγεγραμμένο ρόλο.

3. Η Περίοδος 1954-1955.
Η περίοδος 1954-1955 αποτελεί κομβική περίοδο για τον αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου  για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα. Είναι η περίοδος της προσφυγής στον ΟΗΕ, των ραδιοφωνικών εκστρατειών υπέρ της Ένωσης, της κλιμάκωσης του αγώνα της ΕΟΚΑ, Τα ως άνω γεγονότα δημιούργησαν μια πρωτοφανή κινητοποίηση στον Ελλαδικό και Κυπριακό χώρο. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δεν είναι αμέτοχος σε αυτήν τη διαδικασία. Στο αρχείο του υπάρχουν ντοκουμέντα που μαρτυρούν ότι παρακολουθεί και επηρεάζει την ελληνική εκστρατεία στο επίπεδο του λόγου και της εικόνας.
Ωστόσο, η διαδρομή του Κωνσταντίνου Τσάτσου που ξεκίνησε  από τη στήριξη του αιτήματος της Ενώσεως πέρασε στην συνέχεια στην προσπάθεια «διοχέτευσης» και κατέληξε  εντέλει στο περιορισμό του είναι χαρακτηριστική. Όσο η σύγκρουση οξύνεται, τόσο περισσότερο ο Τσάτσος μετακινείται προς τη λογική της ανάγκης «να σώσουμε ό,τι σώζεται». Εδώ, το ζητούμενο δεν ήταν πια πώς θα υπερασπιστούμε μέχρι τέλους την αυτοδιάθεση, αλλά πώς θα περισώσουμε μια ελάχιστη ισορροπία συμφερόντων.
Αξιολογώντας την διαδρομή του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο Κυπριακό Ζήτημα την περίοδο 1954-1955 γεννάται το εξής ερώτημα :
Σε ποιο βαθμό ο Τσάτσος συνέβαλε ο ίδιος στη δημιουργία ενός κλίματος προσδοκιών, το οποίο αργότερα χαρακτήρισε υπερβολικό ή επικίνδυνο; Και σε ποιο βαθμό η «στροφή στον ρεαλισμό» ήταν στρατηγικά αναπόφευκτη ή απόρροια ενός προϋπάρχοντος φόβου απέναντι στη δύναμη του λαϊκού αιτήματος;

4. Ο Τσάτσος, οι διαδηλώσεις και η σκιά της καταστολής
Η ως άνω πολιτική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο Κυπριακό Ζήτημα αποτυπώνεται στο τρόπο που αντιμετώπισε τις ογκώδης διαδηλώσεις για την Κύπρο στην Ελλάδα με την χρήση σκληρών κατασταλτικών μέτρων με συνέπεια τον θάνατο τριών ατόμων και τον τραυματισμό δεκάδων άλλων. Στη «Λογοδοσία» του, ο Τσάτσος αναφέρεται σε αποφάσεις κατασταλτικής διαχείρισης μαζικών κινητοποιήσεων, τις οποίες άλλοτε περιγράφει με κάποια αποστασιοποίηση, άλλοτε με σχεδόν τεχνοκρατικό ύφος.
Στην περίπτωση των διαδηλώσεων δεν είχαμε απλώς έναν  θεωρητικό που βλέπει με δυσπιστία τη μαζική πολιτική δράση. Είχαμε  έναν πολιτικό που, σε κρίσιμες στιγμές, επιλέγει την καταστολή ως εργαλείο διαχείρισης της κοινωνικής πίεσης υπέρ της Κύπρου. Με άλλα λόγια, το κράτος που υπερασπίζεται ο Τσάτσος δεν είναι απλώς εγγυητής της τάξης· είναι και φίλτρο που απονευρώνει το πολιτικό δυναμικό ενός κινήματος εθνικής αλληλεγγύης.
Η πολιτική της  καταστολής των κινητοποιήσεων μεταθέσει τη σύγκρουση από το εξωτερικό στο εσωτερικό, δημιουργώντας ένα ρήγμα ανάμεσα σε κράτος και κοινωνία.

5. Η πορεία προς τη Ζυρίχη–Λονδίνο: ρεαλισμός ή πρόωρη παραίτηση;
Η όλη διαπραγμάτευση που οδήγησε στις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου συχνά παρουσιάζεται –και από τον ίδιο τον Τσάτσο– ως μονόδρομος. Η ανεξαρτησία της Κύπρου, με εγγυήτριες δυνάμεις την Μεγάλη Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία, εμφανίζεται ως «επώδυνος αλλά αναγκαίος συμβιβασμός».
Μπορεί ασφαλώς το διεθνές πλαίσιο να μην ήταν τόσο ευνοϊκό απέναντι στο Κυπριακό Ζήτημα αλλά, η Ελληνική Πλευρά –και ειδικά το πνευματικό επιτελείο, στο οποίο ανήκε ο Τσάτσος– με την στάση της κατέδειξε ότι έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στον φόβο της σύγκρουσης από ότι στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων άσκησης πίεσης. Με την πολιτική που ακολουθήθηκε  δεν προωθήθηκε η περεταίρω διεθνοποίηση του Κυπριακού Ζητήματος αλλά κατόπιν  επώδυνων συμβιβασμών οδηγήθηκε στην Συμφωνία της Ζυρίχης και την δημιουργία της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς από την αυτοδιάθεση και την Ένωση με την Ελλάδα οδηγηθήκαμε στην ανεξαρτησία και στην είσοδο της Τουρκίας στην Μεγαλόνησο υπό τον μανδύα της Εγγυήτριας Δύναμης.

6. Η στάση του Κωνσταντίνου Τσάτσου απέναντι στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.
Άλλο κρίσιμο σημείο είναι η στάση του Κωνσταντίνου  Τσάτσου και του επιτελείου απέναντι στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Για τον Τσάτσο και το επιτελείο του, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος εμφανίζεται ως ηγέτης που, ενώ ενημερώνεται πλήρως για τους όρους της συμφωνίας, διστάζει, κάνει ελιγμούς και αφήνει το πολιτικό βάρος στην Αθήνα.
Ωστόσο η άποψη αυτή του Κωνσταντίνου Τσάτσου έρχεται σε αντίθεση με τα δεδομένα που επικρατούσαν στην Κύπρο και συνίσταται στις προσδοκίες Ένωσης με την Ελλάδα των Ελλήνων της Κύπρου καθώς και στην ύπαρξη βρετανικής και τουρκικής πίεσης. Συνεπώς μια μετατόπιση από την λύση της αυτοδιάθεσης και Ένωσης με την Ελλάδα προς μια λύση ανεξαρτησίας δεν ήταν απλή υπόθεση, ούτε μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως τεχνικό ζήτημα όπως θεωρούσε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και το επιτελείο του.
Η θέση του Κωνσνταντίνου Τσάτσου, ότι ο Μακάριος δεν στάθηκε στο ύψος της «υπεύθυνης» ηγεσίας, κρύβει την τάση των τότε κρατούντων στην Ελλάδα να φορτώσουν στον κυπριακό παράγοντα τις συνέπειες ενός συμβιβασμού που οι ίδιοι σχεδίασαν και αποδέχθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τον Τσάτσο  η τότε ελληνική κυβερνητική πλευρά εμφανίζονταν συχνά ως ο «ώριμος» εταίρος που κατανοεί τους διεθνείς συσχετισμούς, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος παρουσιάζεται σχεδόν ως παιδί που δυσκολεύεται να καταπιεί το χάπι.
Η ως άνω οπτική των πραγμάτων δείχνει την ύπαρξη μιας κουλτούρας – στην δημιουργία της οποίας συμμετέχει ενεργά και ο Τσάτσος – όπου η Αθήνα διεκδικούσε το προνόμιο της ορθοφροσύνης, και η Κύπρος καλείται να αποδεχθεί τον ρόλο του καθυστερημένου εταίρου.

7. Η «Λογοδοσία μιας ζωής»: εξήγηση, αυτοδικαίωση ή απόπειρα κατανόησης;
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στο έργο του «Λογοδοσία μιας ζωής» κάνοντας μια αποτίμηση των γεγονότων στην Κύπρο της περιόδου 1950-1960 προσπάθησε  να δώσει μια συνολική εικόνα της πολιτικής του δράσης αποτυπώνοντας τις πιέσεις, τους φόβους, τα διλήμματα καταδεικνύοντας μια  τάση αυτοδικαίωσης.
Ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τα γεγονότα της δεκαετίας, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής των διαδηλώσεων και της αποδοχής των Συμφωνιών, παραμένει σταθερά ευθυγραμμισμένος με την άποψη ότι «δεν υπήρχε άλλη λύση». Η φράση αυτή, ωστόσο, είναι ακριβώς εκείνη που απαιτεί την ισχυρότερη κριτική: κάθε ιστορική επιλογή διαμορφώνει τις δυνατότητες, δεν απλώς τις ανακαλύπτει.
Η «Λογοδοσία» επομένως είναι πολύτιμη, αλλά πρέπει να διαβαστεί ως κείμενο αυτοερμηνείας μιας πολιτικής διαδρομής και όχι ως ουδέτερη καταγραφή. Ο ερευνητής που επιθυμεί μια κριτική θεώρηση οφείλει να τη διασταυρώνει συνεχώς με άλλα αρχεία, μαρτυρίες και ιστοριογραφικές εργασίες.

8. Συμπεράσματα
Αν επιχειρήσουμε να συνοψίσουμε τις θέσεις και την πολιτική του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο Κυπριακό Ζήτημα την περίοδο 1950–1960, διαπιστώνονται
1) Ο ρεαλισμός του ήταν ιδεολογικά φορτισμένος. Δεν επρόκειτο απλώς για ψυχρή εκτίμηση των συσχετισμών, αλλά για εφαρμογή μιας προϋπάρχουσας αντίληψης περί κράτους, λαού και ελίτ.
2) Η διεθνής πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκε τόσο ως περιγραφή όσο και ως άλλοθι. Η δυσκολία του διεθνούς περιβάλλοντος ήταν πραγματική, αλλά η απόλυτη προσκόλληση προκαθορισμένες νόρμες περιόρισε εκ των προτέρων τον χώρο στρατηγικής φαντασίας.
3) Η αντιμετώπιση των κινητοποιήσεων και του κυπριακού παράγοντα υπήρξε συχνά πατερναλιστική και κατασταλτική. Η ελληνική κοινωνία και η κυπριακή ηγεσία δεν αντιμετωπίστηκαν ως ισότιμοι εταίροι στη διαμόρφωση της στρατηγικής, αλλά ως αντικείμενα καθοδήγησης.
4) Οι Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου, τις οποίες στήριξε, παγίωσαν μια δομή έντασης. Η ανεξαρτησία που προέκυψε ήταν από την αρχή εσωτερικά ασύμμετρη και εξαρτημένη, γεγονός που επιβεβαιώθηκε με δραματικό τρόπο τα επόμενα χρόνια.
5) Η αυτοβιογραφική του αποτίμηση προσφέρει περισσότερο ένα πλαίσιο αυτοδικαίωσης παρά μια ριζική αναθεώρηση. Ο ίδιος παρέμεινε μέχρι τέλους πιστός στη βασική ιδέα ότι η πολιτική ηγεσία έκανε «ό,τι ήταν δυνατόν», αφήνοντας ελάχιστο χώρο για αυτοκριτική.
Η παραπάνω αξιολόγηση του Κωνσταντίνου Τάστου για τις θέσεις του στο Κυπριακό Ζήτημα την περιόδυ 1950-1960 αποτελούν την αξιολόγηση ενός κεφαλαίου της συνολικής του διαδρομής ως πολίτικός. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος  μπορεί να ανήκε – ως πολιτικός σύμβουλος – στο πνευματικό επιτελείο της τότε Ελληνικής Κυβέρνησης αλλά οι αποφάσεις ως προς την διαχείριση του Κυπριακού Ζητήματος ελήφθησαν από τον τότε Πρωθυπουργό και τον τότε Υπουργό Εξωτερικών αυτής.
Η σημασία της αποτίμησης της ως άνω περιόδου έγκειται στο γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αντιπροσωπεύει, σε συμπυκνωμένη μορφή, τις αρετές και τα ελλείμματα της ελληνικής μεταπολεμικής ελίτ. Η μελέτη της στάσης του στο Κυπριακό βοηθά να κατανοήσουμε όχι μόνο το παρελθόν, αλλά και τους τρόπους με τους οποίους η έννοια του «ρεαλισμού» εξακολουθεί να λειτουργεί έως σήμερα ως επιχείρημα υπέρ επιλογών που περιορίζουν την εθνική και δημοκρατική δυναμική.


Βιβλιογραφία
1) Αρχείο Κωνσταντίνου Τσάτσου, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη – American School of Classical Studies at Athens (ιδίως Φάκελος 62 «Κύπρος» και Ενότητα ΙΙΙ.4 «Τα χρόνια της ΕΡΕ – Κυβερνήσεις Καραμανλή»).
2) Κωνσταντίνος Τσάτσος, Λογοδοσία μιας ζωής (Α΄ και Β΄ τόμος), Εκδόσεις των Φίλων (2001).
3) Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή (δημοσιευμένοι τόμοι), συνεδριάσεις για το Κυπριακό και συναντήσεις με Μακάριο.)
4) Πρακτικά Βουλής των Ελλήνων 1950–1960.
5) Ευάγγελος Αβέρωφ, Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών – Κυπριακό 1950-1963, τόμος Β΄, Εστία, 1985.
6) Νίκος Κρανιδιώτης, Δύσκολα Χρόνια – Κύπρος 1950-1960, Εστία, 1981.
7) Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών (κεφάλαια για το Κυπριακό).
8) Σπύρος Κουτρούλης, μελέτες για την πολιτική και φιλοσοφική σκέψη του Κ. Τσάτσου.
9) Συλλογικός τόμος Κωνσταντίνος Τσάτσος. Φιλόσοφος, συγγραφέας, πολιτικός (Πρακτικά Συνεδρίου, Αθήνα 2009).