Από την Επιστημονική Ομάδα του Ινστιτούτου Έρευνας και Μελέτης Θουκυδίδης.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας αποτελεί μια από τις προσωπικότητες που έγραψε τη δική του ξεχωριστή ιστορία στη σύγχρονη Ελλάδα. Από τη περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων έως τα μεταπολεμικά χρόνια , άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στις πιο κρίσιμες στιγμές της χώρας. Στα σχεδόν εβδομήντα χρόνια της ζωής του, πάλεψε ακούραστα – πότε στα πεδία των μαχών και πότε στα έδρανα της Βουλής. Δεν είναι τυχαίο που ο λαός τον αποκάλεσε “Μαύρο Καβαλάρη”, ένα παρατσούκλι που έμελλε να τον ακολουθεί για πάντα.
1. Σύντομο Βιογραφικό
Ο Νικόλαος Πλαστήρας γεννήθηκε στο ορεινό Μορφοβούνι της Καρδίτσας, στις 4 Νοεμβρίου του 1883. Γονείς του ήταν ο Χρήστος Πλαστήρας, που δούλευε ως ράφτης, και η Στυλιανή Καραγιώργου, υφάντρα στο επάγγελμα. Η σκουρόχρωμη επιδερμίδα του και η συνήθειά του να καβαλάει πάντα το άλογό του στη μάχη του χάρισαν το θρυλικό παρατσούκλι “Μαύρος Καβαλάρης”. Οι Τούρκοι μάλιστα τον φώναζαν “Καρά-Πιπέρ”, που σημαίνει μαύρο πιπέρι. Η πορεία του από το στρατό στην πολιτική τον οδήγησε τρεις φορές στον πρωθυπουργικό θώκο – μία το 1945 και άλλες δύο την περίοδο 1950-1952. Έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου του 1953.
2. Η Στρατιωτική και Πολιτική Σταδιοδρομία του Νικολάου Πλαστήρα.
2.1 Περίοδος έως το 1919.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας κατατάχθηκε ως δεκανέας στο Ελληνικό Στράτευμα τον Δεκέμβριο του 1903, όπου έφτασε σε σύντομο χρονικό διάστημα στο βαθμό του επιλοχία. Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα το 1907, πήρε την πρωτοβουλία και συγκρότησε μια ομάδα εθελοντών συμμετέχοντας ενεργά στον εν λόγω Αγώνα. Ο Νικόλαος Πλαστήρας έπαιξε σημαντικό ρόλο στον “Σύνδεσμο Υπαξιωματικών”, μια οργάνωση που πάλευε για την αξιοκρατία στο στράτευμα, παράλληλη με τον “Στρατιωτικό Σύνδεσμο” έκανε το Κίνημα στο Γουδί το 1909. Το 1912 αποφοίτησε από τη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού.
Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), διακρίθηκε στις μάχες της Ελασσόνας, των Γιαννιτσών και ιδιαίτερα στην μάχη του Λαχανά, που απέκτησε το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης». Προήχθη επ’ ανδραγαθία στους βαθμούς του υπολοχαγού και λοχαγού. Το 1914 συμμετείχε στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα.
Στα ταραγμένα χρόνια του Εθνικού Διχασμού, εγκατέλειψε τη θέση του στη Λευκάδα και εντάχθηκε στο Κίνημα Εθνικής Αμύνης του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, το Σεπτέμβριο του 1916. Πολέμησε στο Μακεδονικό μέτωπο μέχρι που τραυματίστηκε, και προάχθηκε επ’ ανδραγαθία στο βαθμό του ταγματάρχη λαμβάνοντας τη θέση του Στρατιωτικού Διοικητή Χίου. Στη συνέχεια ο ταγματάρχης πλέον Νικόλαος Πλαστήρας μετείχε στην μάχη του Σκρά όπου για την γενναιότητα που επέδειξε στο πεδίο της μάχης προήχθη “επ’ ανδραγαθία” στο βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Το 1919, ως διοικητής του θρυλικού 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, μετείχε στην Ουκρανική΄ Εκστρατεία , φτάνοντας τελικά στο βαθμό του συνταγματάρχη.
2.2 Περίοδος 1919-1922.
Στη Μικρασιατική εκστρατεία, ο συνταγματάρχης πλέον Νικόλαος Πλαστήρας ηγήθηκε του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων. Βάσει του τότε επιχειρησιακού σχεδιασμού το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων τοποθετήθηκε στο μέτωπο έχοντας ως περιοχή ευθύνης την περιοχή της Μαγνησίας. Το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων υλοποίησε επιχειρήσεις ενάντια στους Τσέτες (τούρκους αντάρτες) επιδεικνύοντας παράλληλα μέριμνα για τους ντόπιους Έλληνες στα πλαίσια της οποίας ίδρυσε ένα ορφανοτροφείο. Το σθένος και η αποτελεσματικότητα του – υπό την διοίκηση του Νικολάου Πλαστήρα – 5/42 Συντάγματος Ευζώνων ήταν τέτοια που οι Τούρκοι το αποκαλούσαν με δέος και φόβο “Σεϊτάν Ασκέρ” – δηλαδή “Στρατό του Διαβόλου”.
Η περίοδος της Μικρασιατικής Εκστρατείας 1919 – 1922 και ιδιαίτερα η στιγμή της κατάρρευσης του του Μετώπου το 1922 αποτέλεσε σημείο έντονης κριτικής για τον Νικόλαο Πλαστήρα.
Όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο Αφιόν Καραχισάρ τον Αύγουστο του ’22, ο Πλαστήρας και το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων στάλθηκε να ενισχύσει την άμυνα του λόφου Καλετζίκ, χωρίς επιτυχία. Την άλλη μέρα, το Σύνταγμά του διαλύθηκε και οπισθοχώρησε χωρίς τάξη, αφήνοντας πίσω τα πυροβόλα του Συντάγματος. Παρά την γενική άτακτη υποχώρηση των ελληνικών φαλάγγων προς τη Σμύρνη, ο Πλαστήρας ήταν από τους λίγους που κατάφεραν να οδηγήσουν τα εναπομείναντα τμήματά τους συντεταγμένα στη σωτηρία, καλύπτοντας την υποχώρηση άλλων μεραρχιών.
Τον Αύγουστο του 1922, μετά την υποχώρηση των Ελληνικών Στρατευμάτων της Μικράς Ασίας συγκροτήθηκε ανακριτική επιτροπή για την διερεύνηση των συμβάντων. Η ανακριτική επιτροπή πρότεινε την παραπομπή του Νικολάου Πλαστήρα σε στρατοδικείο λόγω ανυπακοής σε διαταγές, καθώς εντόπισε κατά την κρίση της σοβαρά στοιχεία που δικαιολογούσαν ποινική δίωξη. Δυο χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1924, ο Ιωάννης Μεταξάς κατηγόρησε ανοιχτά τον Πλαστήρα ότι ευθυνόταν για την άτακτη οπισθοχώρηση του στρατού και τη σύλληψη του συνταγματάρχη Τρικούπη. Η εφημερίδα “Ελεύθερον Βήμα” δημοσίευσε την απόρρητη έκθεση της ανακριτικής επιτροπής για τις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία, με στόχο να σταματήσουν οι “φρικτές φημολογίες” και να ξεκαθαρίσει πως “η μόνη ενοχή που υπάρχει είναι αυτή που ήδη δικάστηκε”. Τελικά, ο Πλαστήρας απέφυγε τη δίκη χάρη στο κίνημα που ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του 1922.
Ως προς το ζήτημα των Προσφύγων, την ώρα της κατάρρευσης του μετώπου, ο Πλαστήρας παρέμεινε στα μετόπισθεν, αποκρούοντας τους Τούρκους για να διασφαλίσει τη φυγή των προσφύγων. Αυτή η δράση συνέβαλε στη φήμη του ως «πατέρα και προστάτη» των προσφύγων.
2.3 Περίοδος 1922-1924
Μετά την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής, ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας ανέλαβε την αρχηγία της επαναστατικής επιτροπής στο Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922. Το βασικό αφήγημα των πρωτεργατών του Κινήματος ήταν ότι, οι πολιτικοί της Αθήνας είχαν προδώσει τον στρατό, θέτοντας ως κύριο στόχο να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι για την Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Πλαστήρας, με αποφασιστικές κινήσεις, ανέτρεψε την τότε κυβέρνηση και ανάγκασε τον βασιλιά Κωνσταντίνο να παραδώσει το στέμμα στον γιο του, Γεώργιο Β’. Παρότι στη συνέχεια σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση, οι στρατιωτικοί κατάφεραν να διατηρήσουν στα χέρια τους σημαντικές εξουσίες.
Το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 βρέθηκε αντιμέτωπο με μια τεράστια πρόκληση που συνίσταται στην άφιξη ενός εκατομμυρίου προσφύγων που είχαν άμεση ανάγκη για στέγη, τροφή και ιατρική φροντίδα. Ο Νικόλαος Πλαστήρας ανέλαβε προσωπικά την επίβλεψη της φροντίδας των προσφύγων, ενώ παράλληλα έδωσε πνοή στο όνειρο χιλιάδων ακτημόνων, μοιράζοντάς τους τις μεγάλες γαίες γνωστές και ως «τσιφλίκια». Σε συνεργασία με τον Θεόδωρο Πάγκαλο, κατάφερε να αναδιοργανώσει και να ενδυναμώσει τον Στρατό, ιδιαίτερα τη Στρατιά του Έβρου, δίνοντας έτσι στον Ελευθέριο Βενιζέλο ισχυρότερη θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στη Λωζάνη.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας ανέλαβε την ευθύνη της «Δίκης των Έξι». Η απόφαση της εν λόγω δίκης ήταν η εκτέλεση των υπευθύνων για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η υπόψη απόφαση συνέβαλε στον καταλάγιασμά της απαίτησης των πολιτών για τιμωρία των υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ο Νικόλαος Πλαστήρας αρχικά δίσταζε να επιβάλλει την θανατική ποινή στους έξη ωστόσο υποχώρησε μπροστά στις έντονες πιέσεις των σκληροπυρηνικών αξιωματικών καθώς και μπροστά στην επιτακτική ανάγκη να αποκατασταθεί η τάξη και το ηθικό στις ένοπλες δυνάμεις.
Στις αρχές του 1924, μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του Δεκεμβρίου του 1923, Ο Νικόλαος Πλαστήρας ως Πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής παραχώρησε την εξουσία στη εκλεγμένη κυβέρνηση και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Αντιστράτηγου. Η Δ’ Εθνοσυνέλευση, με απόφασή της, του απένειμε τον τιμητικό τίτλο του “Άξιου της Πατρίδος”.
2.4 Περίοδος 1924 έως 1944
Το 1933, λίγο πριν την ολοκλήρωση της ανακοίνωσης των εκλογικών αποτελεσμάτων της 5ης προς 6η Μαρτίου 1933, ο Πλαστήρας οργάνωσε και ηγήθηκε ενός κινήματος υπέρ του Βενιζέλου. Ο Νικόλαος Πλαστήρας για την ενέργειά του αυτή προέβαλε ως επιχείρημα πως η επικράτηση των αντιβενιζελικών με ηγέτη των Παναγή Τσαλδάρη θα έθετε σε κίνδυνο τη Δημοκρατία. Το εγχείρημα όμως απέτυχε, αναγκάζοντας τον Πλαστήρα να καταφύγει αρχικά στο Λίβανο και στη συνέχεια στη Γαλλία. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ιάκωβο Χονδροματίδη, ο Πλαστήρας στόχευε στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος παρόμοιου με εκείνο του Μουσολίνι. Μετά το κίνημα, ο Νικόλαος Πλαστήρας δέχτηκε σφοδρή κριτική και χαρακτηρίστηκε “αντάρτης” και “δολοφόνος”. Δύο χρόνια αργότερα, την 1η Μαρτίου 1935, ο Νικόλαος Πλαστήρας στήριξε ένα ακόμη αποτυχημένο στρατιωτικό κίνημα. Συνεπεία τούτου καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, αλλά τελικά έλαβε αμνηστία όταν αποκαταστάθηκε η Βασιλευόμενη Δημοκρατία το 1936.
Με την έλευση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936 του Ιωάννη Μεταξά, ο Νικόλαος Πλαστήρας ανέπτυξε έντονη δράση εναντίον του από τον Δεκέμβριο του 1937. Με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στο Παρίσι το 1940 ο Νικόλαος Πλαστήρας μετακόμισε νοτιότερα προς τις ελεύθερες περιοχές της νότιας Γαλλίας και στις 2 Οκτωβρίου 1940 εγκαθίσταται συγκεκριμένα στην πόλη Νίκαια. Στις 2 Νοεμβρίου 1940 αποκτά προσωρινή άδεια παραμονής για έξι μήνες. Επιπροσθέτως στις αρχές Νοεμβρίου 1940 ο Υφυπουργός Δημόσιας Ασφάλειας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης έδωσε εντολή στην Ελληνική Πρεσβεία στο Παρίσι ώστε να εμποδίσει τον Πλαστήρα να επιστρέψει στην Ελλάδα. Πράγματι, η Ελληνική Πρεσβεία προέβη σε σχετικό διάβημα προς τον υπουργό Εξωτερικών της κυβέρνησης του Βισύ.
Ο Κομνηνός Πυρομάγλου (μετέπειτα στέλεχος της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΔΕΣ) ανέλαβε την αποστολή να έλθει σε επαφή με τον Πλαστήρα, προκειμένου να επιστρέψει μέσω Συρίας και Τουρκίας στην Ελλάδα. Ο Πυρομάγλου ήλθε σε επαφή με τον πλωτάρχη Βουαζέν (Voisin), στέλεχος της Κυβέρνησης του Βισύ, η οποία τελικά μετρίασε τα μέτρα σε βάρος του Πλαστήρα. Στις αρχές του Ιουνίου 1941, όταν Βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις και στρατιωτικές δυνάμεις των Ελεύθερων Γάλων του στρατηγού Ντε Γκώλ κατέλαβαν τη Συρία, οι επαφές Πλαστήρα-κυβέρνησης του Βισύ διακόπηκαν. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς οι Γερμανοί από το Παρίσι, έστειλαν τον αξιωματικό των Ες-Ες Ρόλαντ Νόσεκ (Roland Nosek) στη Νίκαια της Γαλλίας και συνάντησε τον Πλαστήρα προσκαλώντας τον στο Παρίσι. Την ίδια περίοδο κάποιος Νίκος Ρούσσος που εκπροσωπούσε την κατοχική κυβέρνηση της Αθήνας συναντήθηκε μαζί του· χωρίς ποτέ να γίνει γνωστό τι συζητήθηκε μεταξύ των δυο ανδρών . Ο Πλαστήρας ενημέρωσε αργότερα τις αρχές Ασφαλείας του Βισύ πως του είχε προταθεί να «αναλάβει την εξουσία στην Ελλάδα». Μεταξύ 23 Ιουλίου και 29 Αυγούστου 1941 πραγματοποιεί ταξίδι στο Παρίσι και επαφές με τις εκεί γερμανικές Αρχές χωρίς να είναι γνωστό το περιεχόμενο της συναντήσεως αυτής.
Αρχές του φθινοπώρου του 1941, ο Νικόλαος Πλαστήρας έρχεται πάλι σε επαφή με τον Πυρομάγλου τον οποίο στέλνει στην Ελλάδα με σκοπό να αναστείλει κάθε ένοπλη αντίσταση. Ο Πυρομάγλου παρά τις εντολές του Πλαστήρα προσχώρησε στον ΕΔΕΣ. Ο Νικόλαος Πλαστήρας ήταν ένας, παρά τη θέληση τη δική του, πρόεδρος του ΕΔΕΣ. Συνεπώς η σχέση του ΕΔΕΣ με τον Νικόλαο Πλαστήρα ήταν ένας από τους παράγοντες της αρχικής δυσπιστίας των Βρετανών έναντι της αντιστασιακής οργανώσεως του ΕΔΕΣ.
Από τον Οκτώβριο του 1941 έως τον Αύγουστο του 1943, τα ίχνη του χάνονται θεωρείται ότι ο Νίκόλαος Πλαστήρας παρέμεινε στην νότια Γαλλία χωρίς να αναπτύσσει κάποια δραστηριότητα. Από τα έγγραφα του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (Αύγουστος του 1942) προκύπτει το γεγονός ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε εισηγηθεί να δοθεί στον Πλαστήρα διαβατήριο για να φύγει από τη Γαλλία. Η τελευταία αυτή πρόταση προκάλεσε ανησυχία και δυσφορία τόσο στο βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών όσο και στον Πρωθυπουργό της εν αποδημία κυβερνήσεως της Ελλάδος Εμμανουήλ Τσουδερό, ο οποίος σε επιστολή του προς τον Κανελλόπουλο, τόνιζε πως η επιστροφή του Πλαστήρα έθετε αναπόφευκτα εκ νέου συνταγματικό ζήτημα.
Τον Αύγουστο του 1943, ο πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο ζητά πληροφορίες περί του Πλαστήρα από τους Γάλλους στο Αλγέρι, ενώ το Φεβρουάριο του 1944 αρχίζουν να πληθαίνουν οι προσπάθειες εκ μέρους της εξόριστης Ελληνικής Κυβέρνησης για να έλθει ο Πλαστήρας σε επαφή μαζί τους.
Την ίδια περίοδο, η Βρετανική Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων SOE (Εκτελεστικό Ειδικών Επιχειρήσεων) σε έγγραφα της έβλεπε στο πρόσωπό του Νικολάου Πλαστήρα, τον Έλληνα de Gaulle που λόγω του παρελθόντος του αντιμετωπιζόταν σαν σύμβολο της δημοκρατίας.
2.5 Περίοδος 1944 έως 1953.
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα ο Γεώργιος Παπανδρέου επικοινώνησε μαζί του, επιδιώκοντας την επιστροφή του στην Ελλάδα για να ενισχύσει την κυβέρνησή του.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Νικόλαος Πλαστήρας διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις κατά τα Δεκεμβριανά του 1944. Ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με τον Σιάντο, καθώς αμφέβαλλε για το κατά πόσο οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και εν γένη του ΕΑΜ είχαν πραγματικά συνεισφέρει στον αγώνα της Εθνικής Αντίστασης.
Τον Ιανουάριο του 1945, ο Νικόλαος Πλαστήρας ανέλαβε την πρωθυπουργία της Ελλάδος ως προσωπικότητα ευρείας αποδοχής. Έκανε ό,τι μπορούσε για να αποτρέψει τον επερχόμενο Εμφύλιο και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Δυστυχώς όμως, η θητεία του έληξε απρόσμενα τον Απρίλιο του ίδιου έτους, όταν ήρθε στο φως μια επιστολή του από το 1941στην οποία πρότεινε να σταματήσουν οι εχθροπραξίες με τους Ιταλούς μέσω της γερμανικής διαμεσολάβησης. Μόλις το έμαθε ο Αντιβασιλέας Δαμασκηνός, του ζήτησε να παραιτηθεί αμέσως. Παρότι οι υποστηρικτές του υποστήριξαν πως η επιστολή ήταν απλά μια παρορμητική κίνηση και όχι ένδειξη φιλογερμανικών αισθημάτων – αφού πίστευε πως έτσι θα γλίτωνε η χώρα από τα χειρότερα – αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Ο Γάλλος πρέσβης στην Αθήνα Ζαν Μπελέν δεν είχε και την καλύτερη γνώμη γι’ αυτόν, θεωρώντας τον μέτριο πολιτικό, ενώ πίστευε πως οι Βρετανοί έκαναν τα πάντα για να τον απομακρύνουν.
Μετά το τέλος του Εμφυλίου, ο Πλαστήρας έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή ως αρχηγός του κόμματος της Εθνικής Προοδευτικής Ένωσης Κέντρου (ΕΠΕΚ), με κεντρικό πολιτικό σύνθημα την «Αλλαγή». Στην περίοδο 1950-1952, κατάφερε να σχηματίσει δύο κυβερνήσεις συνεργασίας με κεντρώα κόμματα, μια εποχή που έμεινε γνωστή ως το “κεντρώο διάλειμμα”. Με μετριοπαθή προσέγγιση, προσπάθησε να επουλώσει τις πληγές του Εμφυλίου και να ανορθώσει τη χώρα. Το πρόγραμμά του περιλάμβανε εθνικοποιήσεις, κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αναδασμό της γης και την ιστορική απόφαση να δοθεί δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Στη δεύτερη περίοδο της πρωθυπουργίας του υπό την πίεση ανακτόρων συνεργάστηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων με αρχηγό τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Η συνεργασία αυτή έγινε με την στήριξη των ανακτόρων σε μια προσπάθεια να εμποδιστεί η άνοδος του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου και κόμματός του Ελληνικός Συναγερμός στην εξουσία Λόγω της αναγκαστικής συνεργασίας και λόγω της πίεσης των ανακτόρων και των δεξιών κομμάτων συμβιβάστηκε και δεν καλλιέργησε την εθνική συμφιλίωση που επιθυμούσε, όσο θα ήθελε. Αρχικός του στόχος ήταν η κατάργηση των στρατοδικείων και των ειδικών νόμων, η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και η κατάργηση του θεσμού της διοικητικής εκτόπισης, η κατάργηση της θανατικής ποινής. Κατά την δεύτερη περίοδο της πρωθυπουργίας του απέτυχε να αποτρέψει την εκτέλεση του κομμουνιστή Νίκου Μπελογιάννη το 1952.
Ο Νικόλαος Πλαστήρας έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου του 1953. Το κράτος τίμησε τη μνήμη του με επίσημη κηδεία και τιμές που αρμόζουν σε εν ενεργεία πρωθυπουργό. Σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία, η καρδιά του, που διατηρήθηκε σε φορμόλη από τον προσωπικό του γιατρό, μεταφέρθηκε στην αγαπημένη του Καρδίτσα το 1980.
3. Γενική Διαπίστωση.
Ως γενική διαπίστωση προκύπτει ότι, ο Νικόλαος Πλαστήρας θεωρείται ικανότατος στρατιωτικός, έντιμος πολιτικός και υπόδειγμα ανθρώπου, αγαπητός στον λαό. Ο Γιώργος Θεοτοκάς σημείωσε ότι ο Πλαστήρας, μαζί με τον Παπανδρέου, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα θερμό ρεύμα συναισθηματικής επαφής με τις μάζες. Η εικόνα του «Μαύρου Καβαλάρη» άντεξε στον χρόνο και πολιτικοποιήθηκε διαρκώς, λειτουργώντας ως μέτρο σύγκρισης και πολιτικό εργαλείο.
Βιβλιογραφία.
1. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Διπλωματική Εργασία της κα Ευθυμίας Κακαράτζας (Ιούνιος 2024).
2. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/ Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Έκδοση 127 ««Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος-20ός)» – Κατερίνα Δέδε Κατερίνα Δέδε, «Ο «Μαύρος Καβαλάρης». Οι βιογραφίες του Νικόλαου Πλαστήρα» σελ. 193-226, Αθήνα 2012.
3. Ιστοσελίδα Wikipedia «Νικόλαος Πλαστήρας» (πατήστε εδώ).
4. Ν.Α. Καρδίτσας Πρακτικά Ιστορικοπολιτικού Συνεδρίου για τον Νικόλαο Πλαστήρα. Καρδίτσα 1994

